Ακόμα Ετούτη η Άνοιξη Ραγιάδες Ραγιάδες

Στίς 29 Μαίου 1453 ἡ Πόλις τῶν Πόλεων, ἡ Βασιλεύουσα Κωνσταντινούπολις, μετά ἀπό πολύμηνη πολιορκία, ἔπεσε στά χέρια τῶν Ὀθωμανῶν. Πρίν τήν ἄλωση τῆς Πόλης εἶχαν ἤδη ὑποδουλωθεῖ στούς Ὀθωμανούς ἡ συμβασιλεύουσα Θεσσαλονίκη (1430) καί ἡ περιοχή τῆς Μακεδονίας, ἐνῶ μετά τήν ἄλωση καταλύθηκε τό δουκάτο τῶν Ἀθηνῶν (1460), τό δεσποτάτο του Μιστρά (1461) καί ἡ Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας.

Ὁλάκερη ἡ Ρωμιοσύνη, ἡ σπουδαία ὑπερχιλιετής Αὐτοκρατορία τῶν Ρωμέων, ὑποτάχθηκε στούς γιούς τῆς Ἄγαρ καί ἡ ἡμισέληνος κάλυψε τό φῶς τοῦ χρυσοῦ σταυροῦ τοῦ τρούλου τῆς ἁγια-Σοφιᾶς πού φώτιζε τά τετραπέρατα τοῦ κόσμου, τῆς Ἐκκλησιᾶς πού με τά τετρακόσια σήμαντρα καί τῆς ἑξήντα-δυό καμπάνες ἀποτελοῦσε τό καύχημα καί τό σημεῖο ἀναφορᾶς τῶν Ρωμιῶν.

Ἡ μαύρη σκλαβιά ἁπλώθηκε σάν βαρύ μελανό πέπλο πάνω στούς ὑπόδουλους Ρωμιούς. Ἡ ἐλευθερία, ἡ ἀξιοπρέπεια, ἡ τιμή, ὁ σεβασμός τῆς ἴδιας τῆς ζωῆς, καταλύθηκαν μπροστά στή βία τοῦ κατακτητή. Ὅσο καί ἄν κάποιοι στρατευμένοι «ἱστορικοί» προσπάθησαν καί προσπαθοῦν νά ὡραιοποιήσουν τήν περίοδο τῆς τουρκοκρατίας καί νά ἰσχυριστοῦν ὅτι οἱ Ρωμιοί ἀπολάμβαναν ἐλευθεριῶν καί εὐεργετημάτων ἀπό τούς Τούρκους, ἡ ἱστορική ἀλήθεια, ἔτσι ὅπως ἀποτυπώνεται στίς περισσότερες πηγές τῆς ἐποχῆς, περιγράφει μέ τά μελανότερα χρώματα τίς διώξεις, τούς ἐξευτελισμούς, τίς ταπεινώσεις, τίς φυλακίσεις, τά μαρτύρια τῶν Ρωμιῶν.

Ὁ «κεφαλικός φόρος» τό γνωστό χαράτσι, ὁ «φόρος αἵματος», τό φρικτό παιδομάζωμα, οἱ βίαιοι ἐξισλαμισμοί, ἡ ἀρπαγή τῶν περιουσιῶν, ἡ προσβολή τῆς τιμῆς τῶν χριστιανῶν γυναικῶν μέ τήν ἀρπαγή τους γιά τά χαρέμια, ἡ βεβήλωση τῶν χριστιανικῶν χώρων λατρείας μέ τήν μεταβολή τους σέ τζαμιά -στίς καλύτερες τῶν περιπτώσεων-ἀλλά καί σέ σταύλους, ἀποτελοῦν ἐνδεικτικές πράξης Ὀθωμανικῆς «εὐγένειας» καί «σεβασμοῦ» τῆς ἐλευθερίας τῶν Ραγιάδων.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα τουρκικῶν βιαιοτήτητων περιγράφει ὁ Ρεθυμνιώτης λαϊκός ποιητής Μαρίνος Τζάνε Μπουνιαλής σέ ποιήμά του. Ὁ Χουσεΐν πασάς κυριεύει τό κάστρο τοῦ Ρεθύμνου στά τέλη Σεπτεμβρίου του 1646 καί ὁδηγεῖ σέ βίαιο θάνατο χιλιάδες Ρωμιούς:

“Τσή Ρωμνιούς εσφάζασι τότες κ’εκόφτασίν τση,
κ’εις τόν πασάν ταίς κεφαλαίς εμπρός εφέρνασί τση.
Ταίς εκκλησίαις τσ’αγίαις ξεστολίσαν
ταίς εύμορφαις εικόναις ετζακίσαν,
εσπούσανε τούς τάφους κι’όλους τσ’ανοίξαν
τά λείψανα όλα εύγαλαν καί τά ρίξαν
κ’ήτον τά περιγιάλια στολισμένα
κορμιά των Ρεθεμνιωτών σαπημένα.
Ολόγυμνα κοράσια εκεί καήκαν
εις τό καστέλλι κάτω καί χαθήκαν.
Θανατικόν καί πόλεμος ήτον ομάδι,
πτωχοί καί πλούσιοι επηαίνασι στόν άδη.”

Μέσα σέ αὐτή τή ζοφερή ἀτμόσφαιρα μόνη παρηγοριά τῶν ραγιάδων ἦταν ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Ἤδη ἀμέσως μετά τήν ἄλωση ὁ Μωάμεθ Β’ ὁ πορθητής, θέλοντας νά μιμηθεῖ τούς Βυζαντινούς Αὐτοκράτορες, τῶν ὁποίων θεωροῦσε τόν ἑαυτό του διάδοχο, ἀναγνώρισε τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ὡς ἐπίσημο θεσμό τοῦ κράτους καί παραχώρησε στόν Πατριάρχη προνόμια, τά ὁποῖα τόν καθιστοῦσαν ἐθνάρχη, δηλαδή θρησκευτικό καί πολιτικό ἡγέτη τῶν ὑπόδουλων Ρωμιῶν.

Ἔτσι ἡ σκλαβωμένη Μεγάλη τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία μέ τόν Πατριάρχη της ἀνέλαβαν τήν μεγάλη εὐθύνη τῆς διατήρησης τῆς συνέχειας τοῦ Γένους. Ὁ Πατριάρχης ἀνέλαβε νά κρατᾶ τίς λεπτές καί εὐαίσθητες ἰσορροπίες ἀνάμεσα στήν Ὑψηλή Πύλη καί στούς Ρωμιούς ραγιάδες. Ἦταν ὁ ἄμεσα ὑπόλογος στόν Σουλτάνο γιά κάθε ἐνέργεια τῶν Ρωμιῶν. Κάθε ἡμέρα ἔπαιζε κορώνα γράμματα τό κεφάλι του. Παράλληλα ἔπρεπε νά διαχειριστεῖ μέ τόν καλύτερο τρόπο τά προνόμια πού ἔλαβε χωρίς νά προκαλεῖ τόν φθόνο τῶν Τούρκων, οἱ ὁποῖοι καραδοκοῦσαν γιά μία ἀστοχία τοῦ Πατριάρχη, ἡ ὁποία θά τόν ὁδηγοῦσε στήν διαπόμπευση καί ἐκθρόνισή του, ἀκόμα καί σέ αὐτόν τόν θάνατο.

Δίπλα στόν Πατριάρχη, φορεῖς τοῦ ἰδίου πνεύματος, τοῦ φρονήματος, ἀλλά καί τῆς διπλωματικῆς του ἰκανότητος ἦταν ὁ ὑπόλοιπος κλῆρος, ἐπίσκοποι, ἱερεῖς καί μοναχοί, οἱ ὁποῖοι ὁ καθείς ἀπό τό μετερίζι του, προσπαθοῦσαν νά κρατήσουν ἄσβηστη τή φλόγα γιά τή λευτεριά τοῦ Γένους. Λόγιοι ἐπίσκοποι καί ἱερεῖς, ἀλλά καί ἁπλοί ἀγράμματοι παπάδες, στίς σχολές πού ἵδρυσε ἡ Ἐκκλησία μέ τήν ἄδεια ἤ τήν ἀνοχή τῶν κατακτητῶν ἤ στά κρυφά σχολειά, τά ὁποῖα λειτούργησαν κυριολεκτικά κάτω ἀπό τήν μύτη τῶν Ὀθωμανῶν, δίδασκαν στά Ρωμιόπουλα τήν γλώσσα καί τήν ἱστορία, τίς νέες ἐπιστῆμες ἀλλά καί τίς ἀρχαῖες ἀξίες, τήν Ὀρθοδοξία καί τόν Ἑλληνισμό. Παράλληλα, πυρπολοῦσαν τίς καρδιές τῶν μαθητῶν γιά τήν «ἄνοιξη» πού ἔρχεται, γιά τό «ποθούμενο» πού ὡριμάζει.

Κατά καιρούς κάποιοι ἱστορικοί, ἐκφραστές κυρίως τῆς μαρξιστικῆς ἰδεολογίας, ἰσχυρίστηκαν μέ ἀόριστες καί μή ἱστορικά τεκμηριωμένες ἀπόψεις, ὅτι ἡ Ἐκκλησία καί κυρίως ὁ ἀνώτερος κλῆρος συνεργάστηκε μέ τόν κατακτητή καί προσπάθησε νά «πνίξει» τήν Ἐπανάσταση πού ἑτοιμαζόταν. Δέν εἶναι θέμα τῆς σημερινῆς ὁμιλίας νά ἀναπτύξουμε μέ λεπτομέρεις τήν προσφορά τοῦ ἱεροῦ κλήρου, ἀνωτέρου καί κατωτέρου, στήν προετοιμασία τῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ 21’ ὅπως καί σ’αὐτήν καθ’ αὐτήν τήν Ἐπανάσταση. Ὅμως πρός χάρη τῆς ἀλήθειας, ἐπιγραμματικά ἀναφέρουμε, ὅτι μόνον κατά τόν ἀγῶνα τοῦ 21’ (1821-1827) καί ὄχι πρίν ἀπό αὐτόν, ἐπώνυμα ἀναφέρονται στίς πηγές ἐβδομήντα τρεῖς ἀρχιερεῖς πού ἔλαβαν ἐνεργά μέρος σέ αὐτόν. Σαράντα δύο Ἀρχιερεῖς ὑπέστησαν ταπεινώσεις, ἐξευτελισμούς, φυλακίσεις, διώξεις κάθε εἴδους, βασανιστήρια, ἐξορίες. Δύο Οἰκουμενικοί Πατριάρχες, ὁ πολύπαθος καί κατασυκοφαντημένος Γρηγόριος ὁ Ε’ καί ὁ Κύριλλος ὁ ΣΤ’ θανατώθηκαν. Σαρανταπέντε Μητροπολίτες ἐκτελέστηκαν ἤ ἔπεσαν στίς μάχες. 6000 ἱερεῖς ἔπεσαν στά πεδία τῶν μαχῶν. «…καὶ βρίζουν, οἱ πουλημένοι εἰς τοὺς ξένους, καὶ τοὺς παπάδες μας, ὁποῦ τοὺς ζυγίζουν ἄναντρους καὶ ἀπόλεμους. Ἐμεῖς τοὺς παπᾶδες τοὺς εἴχαμε μαζὶ εἰς κάθε μετερίζι, εἰς κάθε πόνον καὶ δυστυχίαν. Ὄχι μόνον διὰ νὰ βλογᾶνε τὰ ὅπλα τὰ ἱερά, ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ μὲ ντουφέκι καὶ γιαταγάνι, πολεμώντας ὡσὰν λεοντάρια. Ντροπὴ Ἕλληνες» σημειώνει ὁ στρατηγός Μακρυγιάννης.

Οἱ ἴδιοι ἱστορικοί πάλι, κυριευμένοι ἀπό ἀντικληρικό καί ἀντιεκκλησιαστικό μένος, ἀμφισβήτησαν τήν ὕπαρξη τοῦ κρυφοῦ σχολειοῦ. Ἰσχυρίστηκαν ὅτι τό «κρυφό σχολειό» εἶναι ἕνας μῦθος, πού διαμορφώθηκε γιά νά ἐξυπηρετήσει τήν λεγομένη «ἐθνική ἱστορία», ἡ ὁποία χρησιμοποιεῖ μύθους καί θρύλους γιά νά διαμορφώσει κατά τό δοκοῦν τήν ἐθνική συνείδηση τῶν πολιτῶν. Μάλιστα, ὡς βασικό ἐπιχείρημά τους γιά τήν μή ὕπαρξη «κρυφῶν σχολειῶν» ἀναφέρουν τό ὅτι μέ τήν ἄδεια τῶν τουρκικῶν ἀρχῶν λειτουργοῦσαν ὀργανωμένα σχολεῖα, στά ὁποῖα μποροῦσαν ἐλεύθερα νά φοιτήσουν τά σκλαβωμένα Ρωμιόπουλα.

Οἱ πηγές ὅμως τίς ἐποχῆς εὔκολα ἀναιροῦν τίς θέσεις τους. Ἰδού μερικές ἀπό αὐτές. Ὁ Ρίζος Νερουλός γράφει ὅτι «οἱ Τοῦρκοι ἀπαγόρευαν αὐστηρῶς σέ μερικές περιοχές τήν ἵδρυση δημοσίων σχολείων ἀπό φόβο μήπως οἱ χριστιανοί μορφωμένοι γίνουν δοῦλοι ἐπικίνδυνοι καί δυσκολοκυβέρνητοι». Τό 1822 ὁ Ἕλληνας διαφωτιστής Στέφανος Κανέλλος, ἀποστέλει σέ φίλο του Γερμανό φιλόσοφο 15 ἐπιστολές, σέ μία δέ ἀπό αὐτές γράφει: «Οἱ Τούρκοι ἐμπόδιζαν τά σχολεῖα αὐστηρότερα καί ἀπό τάς ἐκκλησίας. Διά τοῦτο οἱ Γραικοί ἐπροσπαθοῦσαν νά συστένουν κοινά σχολεῖα κρυφίως, ὅπου καί τῶν πτωχῶν τά τέκνα ἀνεξόδως ἐδιδάσκοντο.» Ὁ ὑπασπιστής τοῦ Γέρο τοῦ Μωριᾶ Φωτάκος (Φώτιος Χρυσανθακόπουλος) γράφει στά Ἀπομνημονεύματά του: «Μόνοι των οἱ Ἕλληνες ἐφρόντιζαν διά τήν παιδείαν, ἡ ὁποία ἐσυνίστατο εἰς τό νά μανθάνουν τά κοινά γράμματα, καί ὁλίγην ἀριθμητικήν ἀκανόνιστον. Ἐν ἐλλείψει δε διδασκάλου ὁ ἱερεύς ἐφρόντιζε περί τούτου. Ὅλα αὐτά ἐγίνοντο ἐν τῶ σκότει καί προφυλακτά ἀπό τούς Τούρκους»
Πῶς, λοιπόν, μποροῦσαν νά σπουδάσουν ἐλεύθερα τά σκλαβωμένα Ρωμιόπουλα, τή στιγμή πού ὅλες σχεδόν οἱ πηγές τῆς ἐποχῆς ὁμιλοῦν γιά τίς βιαιότητες τῶν Τούρκων ἔναντι αὐτῶν πού ἐπιθυμοῦσαν νά σπουδάσουν;

Τό «κρυφό Σχολειό» ἀποτελεῖ γέννημα τῆς ἀνάγκης τῶν ὑποδούλων νά διατηρήσουν μέ νύχια καί μέ δόντια τή γλῶσσα τους, τήν πίστη τους καί τήν ἱστορία τους καί νά τήν μεταλαμπαδεύσουν στίς γενιές πού ἔρχονταν. Παράλληλα ἀποτελεῖ πράξη ἀντίστασης στήν ἔντονη καί συστηματική προσπάθεια τῶν κατακτητῶν νά στερήσουν τή γνώση ἀπό τά λαϊκά στρώματα. Τό «κρυφό σχολειό» δέν εἶναι μῦθος, οὔτε κἄν θρῦλος, εἶναι ἀλήθεια ἱστορική καί ἀδιαμφισβήτητη.

Ὁ ἱστορικός καί ἀκαδημαϊκός Διονύσιος Κόκκινος γράφει χαρακτηριστικά: «Ὁ παπάς κάτω ἀπό τά ράκη τοῦ ράσου του κρατεῖ τό ψαλτήρι καί πηγαίνει νά μάθη τά παιδιά, πού τόν περιμένουν, νά διαβάζουν. Ὁμιλεῖ ἀκόμη εἰς τά παιδιά καί διά τούς μεγάλους ἀνθρώπους πού ἐδόξασαν ἄλλοτε αὐτόν τόν τόπον. Διδάσκει τήν ὁλίγην ἱστορίαν πού γνωρίζει καί αὐτός.» Καί καταλήγει: «Τό κρυφό σχολειό δέν εἶναι θρῦλος. Τό συνετήρησε παρά τάς διώξεις, παρά τήν ἀξιοθρήνητον ἔλλειψιν παντός μέσου, παρά τήν φοβεράν πίεσιν τόσων ἀμέσων ἀναγκῶν πού θά ἦτο φυσικόν νά ὁδηγήσουν πρός τόν ἐξισλαμισμόν, ὁ βαθύτατος πόθος τοῦ τυραννουμένου ἔθνους νά ὑπάρξη.»

Μέσα, λοιπόν, σέ αὐτήν τήν ἀτμόσφαιρα ὁ Ἕλληνας Ραγιάς κοιμόνταν μέ ἕνα ὄνειρο, ξυπνοῦσε μέ μιάν ἐλπίδα, πότε θά δεῖ ἐλεύθερη πατρίδα. Στά τετρακόσια καί πλέον χρόνια σκλαβιᾶς οἱ Ἕλληνες ραγιάδες πραγματοποίησαν περισσότερες ἀπό 70 ἐξεγέρσεις, χωρίς ὅμως ἀποτέλεσμα. Καί παρ’ ὅτι ἡ Ἄνοιξη φαινόταν μακριά αὐτός παίζοντας τόν ταμπουρά του τραγουδοῦσε σέ ἐκεῖνες τίς ἀτελείωτες νύχτες: «ἀκόμα ἐτούτη ἡ Ἄνοιξη, ραγιάδες, ραγιάδες, τοῦτο τό καλοκαίρι, Μωριᾶ καί Ρούμελη, τήν Ἄνοιξη θά φέρει».

Μά ὁ λόγος τοῦ καλόγερου πού ὁ λαός τόν εἶχε γιά Ἅγιο Προφήτη καί πού ὁ Τοῦρκος τόν ἐκρέμασε καί τόν ἔριψε στό ποτάμι γιά νά χαθεῖ κάθε ἴχνος του, τοῦ πατρο-Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ, ἠχοῦσε στά αὐτιά τῶν ὑπόδουλων. «Τό ποθούμενο θά ἔρθει. Ὅταν θά πέσουν δυό πασχαλιές μαζί».

Καί ἔφτασαν οἱ δυό Πασχαλιές, τήν Ἄνοιξη τοῦ 1821.
Λίγες δεκαετίες πρίν τόν ἐρχομό τῶν δυό Πασχαλιῶν, τρεῖς φλογεροί πατριῶτες, ὁ Νικόλαος Σκουφάς ἀπό τήν Ἄρτα, ὁ Αθανάσιος Τσακάλωφ ἀπό τά Ἰωάννινα καί ὁ Ἐμμανουήλ Ξάνθος ἀπό τήν Πάτμο ἵδρυσαν τήν «Φιλική Εταιρεία». Σκοπός τῆς «Ἑταιρείας» ἦταν ἡ προετοιμασία τοῦ ἀγῶνα μέσω ἑνός κυκλώματος μυημένων σέ αὐτήν. Σύντομα στήν «Ἑταιρεία» μυήθηκαν ἑκατοντάδες πατριῶτες ἀπό ὅλες τίς κοινωνικές τάξεις, κληρικοί, ἐπιστήμονες, ἔμποροι, στρατιωτικοί, ἁπλοί ἀγωνιστές, οἱ ὁποῖοι μοναδικό σκοπό τους εἶχαν τήν ἀποτύναξη τοῦ τουρκικοῦ ζυγοῦ. Μέ κινήσεις συντονισμένες, καί κάτω ἀπό τίς διαταγές τοῦ «ἀόρατου ἀρχηγοῦ», μέ καρδιές πλημμυρισμένες ἀπό τόν πόθο γιά τό «ποθούμενο, μιά χούφτα ἄνθρωποι, πού εἶχαν ὅμως καρδιά καί πίστη, ἔκαναν τό θαῦμα. Ἀνέστησαν τό Γένος.
«Ὅταν ἀποφασίσαμε νά κάμωμε τήν Ἐπανάσταση -ἀνέφερε ὁ Γέρος τοῦ Μωριᾶ, Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, στόν περίφημο λόγο του στήν Πνύκα- δέν ἐσυλλογισθήκαμε οὔτε πόσοι εἴμεθα οὔτε πώς δέν ἔχομε ἅρματα οὔτε ὅτι οἱ Τοῦρκοι ἐβαστοῦσαν τά κάστρα καί τάς πόλεις οὔτε κανένας φρόνιμος μᾶς εἶπε «ποῦ πᾶτε ἐδῶ νά πολεμήσετε μέ σιταροκάραβα βατσέλα», ἀλλά ὡς μία βροχή ἔπεσε εἰς ὅλους μας ἡ επιθυμία τῆς ἐλευθερίας μας, καί ὅλοι, καί ὁ κλῆρος μας καί οἱ προεστοί καί οἱ καπεταναίοι καί οί πεπαιδευμένοι καί οἱ ἔμποροι, μικροί καί μεγάλοι, ὅλοι ἐσυμφωνήσαμε εἰς αὐτό το σκοπό καί ἐκάμαμε τήν Ἐπανάσταση».

Ὅλο τό Γένος ἐξηγέρθη. Σύσσωμο. Κοτζαμπάσηδες καί κολίγοι, Δεσποτάδες καί καλογίροι, ἐγγράμματοι καί ἀμαθεῖς, πλούσιοι καί φτωχοί, ἅπαντες ἀποδέχθηκαν τό ἱερό κάλεσμα τῆς ἱστορίας καί εἰσῆλθαν στόν πόλεμο ἔχοντας τό φρόνημα ὅτι πολεμοῦν «γιά τοῦ Χριστοῦ τήν πίστη τήν ἁγία καί τῆς πατρίδος τήν ἐλευθερία. «Σὰν μία βροχὴ ἦρθε σὲ ὅλους μας ἡ ἐπιθυμία τῆς ἐλευθερίας, περιέγραφε στούς νέους μαθητές ὁ Κολοκοτρώνης- καὶ ὅλοι, καὶ οἱ κληρικοὶ καὶ οἱ προεστοὶ καὶ οἱ καπεταναῖοι καὶ οἱ γραμματισμένοι καὶ οἱ ἔμποροι, ὅλοι συμφωνήσαμε στὸν ἴδιο σκοπὸ καὶ κάναμε τὴν ἐπανάσταση… Ἡ ἐπανάστασις ἡ ἰδική μας δὲν ὁμοιάζει μὲ καμμίαν ἀπὸ ὅσας γίνονται τὴν σήμερον εἰς τὴν Εὐρώπην. Τῆς Εὐρώπης αἱ ἐπαναστάσεις ἐναντίον τῶν διοικήσεών τους εἶναι ἐμφύλιος πόλεμος· ὁ ἐδικός μας πόλεμος ἦτο πλέον δίκαιος, Ἦτον ἔθνος μὲ ἄλλον ἔθνος». Αὐτά ἄς τά ἀκούσουν ὅλοι αὐτοί πού συνεχῶς φληναφοῦν ἰσχυριζόμενοι ὅτι ἡ Ἐπανάσταση τοῦ ’21 ἦταν ταξική. Ἡ Ἐπανάσταση τοῦ ’21 δέν ἦταν ταξική. Ἦταν Ἐπανάσταση ὁλοκλήρου τοῦ Γένους.
Ἔχοντας αὐτόν τόν πόθο, αὐτή τήν φλόγα στήν καρδιά, αὐτό τό φρόνημα στά στήθια, οἱ Ραγιάδες κήρυξαν τήν Ἐπανάσταση, ἀρχικά στόν Μωριά, τόν Μάρτιο τοῦ 1821. Στή σύσκεψη τῶν ὁπλαρχηγῶν πού πραγματοποιήθηκε στή Βοστίτσα (Αἴγιο) στίς ἀρχές τοῦ Μαρτίου τοῦ 1821, μέ τήν παρουσία τοῦ Μητροπολίτη Παλαιῶν Πατρῶν Γερμανοῦ, ἀποφασίστηκε ἡ ἔναρξη τῆς ἐπαναστάσεως νά πραγματοποιηθεῖ στό μοναστήρι τῆς ἁγίας Λαύρας στίς 25 Μαρτίου, ἑορτή τοῦ Εὐαγγελισμοῦ. Μιά σειρά ὅμως ἀπό γεγονότα ἐπιτάχυναν τήν ἔναρξη της. Ἔτσι ὁ Παλαιῶν Πατρῶν Γερμανός ἀναγκάστηκε νά κηρύξει τήν ἔναρξη ὀκτώ ἡμερες νωρίτερα, στίς 17 Μαρτίου, ἑορτή τοῦ ἁγίου Ἀλεξίου καί ἡμέρα κατά τήν ὁποία πανηγύριζε τό μοναστήρι τῆς ἁγίας Λαύρας. Τήν ἡμερα ἐκείνη εὐλόγησε τά παλικάρια καί ἔδωσε τό ἔναυσμα γιά τήν ἔναρξη τοῦ ἀγώνα. Σημαία τῆς ἐξεγέρσεως ἔγινε τό βῆλο τῆς Ὡραίας Πύλης τοῦ μοναστηριοῦ. Τό περίφημο λάβαρο τῆς ἁγίας Λαύρας. Αὐτό τό λάβαρο ἔγινε ἡ πρώτη σημαία τοῦ ἀγώνα.
Προβάλλει ὅμως καλόπιστα ἤ μή ἡ ἔνσταση: πῶς καθιερώθηκε ἡ ἡμέρα τῆς 25ης Μαρτίου ὡς ἐπίσημη ἡμέρα ἐνάρξεως τῆς Ἐπαναστάσεως. Ἡ ἀπάντηση βρίσκεται στήν κοινή βούληση τῶν ἀγωνιστῶν νά ἀφιερώσουν τήν νίκη στήν Παναγία. Ἄλλωστε ἡ πρώτη τους ἀπόφαση ὡς ἡμέρα ἔναρξης τῆς Ἐπαναστάσεως ἦταν ἡ ἑορτή τοῦ Εὐαγγελισμοῦ της. Ἤθελαν τήν προστασία καί τήν στήριξή τῆς Παναγίας. Κοινή ἦταν ἡ πίστη τους ὅτι ἡ Παναγία ἔβαλε τήν ὑπογραφή της στήν ἐλευθερία τῆς Ἑλλάδος καί δέν τήν παίρνει πίσω. Αὐτή, λοιπόν, ἡ ἡμερομηνία τῆς 25ης Μαρτίου (ἡμέρα θρησκευτική λόγω τοῦ Εὐαγγελισμού της Θεοτόκου, ἀλλά και συμβολική πού συγκεντρώνει ὅλα τά προγενέστερα ἀπό αὐτήν περιστατικά) , μέ τήν σύμφωνη γνώμη τῶν ἀγωνιστῶν καί πρωταγωνιστῶν τῆς ἐπανάστασης, το 1838 ἔγινε Βασιλικό διάταγμα τοῦ Ὄθωνα καί καθιερώθηκε ὡς ἐθνική ἐπέτειος, μένοντας ἔτσι ὡς ὁρόσημο τῆς Ἑλληνικῆς πανεθνικῆς παλιγγενεσίας.

Ἡ Ἐπανάσταση ἀπό τόν Μωριά γρήγορα πέρασε στή Ρούμελη καί ἀπό τή Ρούμελη στά νησιά καί στή Μακεδονία. Χρυσές σελίδες δόξας γράφονται καί πάλι καί ἥρωες νέοι ἀναστένονται. Ἡ Ἑλλάδα ξαναγεννιέται μέσα ἀπό τήν στάχτη της καί ἡ Ἐλευθερία βγαίνει καί ἀντριώνεται μέσα ἀπ’τά κόκκαλα τῶν Ἑλλήνων τά ἱερά.

Σεβασμιώτατε, κυρίες καί κύριοι,
Στά Ἀπομνημονεύματα τοῦ ἁγίου τῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ ’21 στρατηγοῦ Μακρυγιάννη ἀναφέρεται ὁ ἑξῆς συναρπαστικός διάλογός του μέ τόν Γάλλο στρατηγό Δεριγνύ: «Ἐκεί πού ‘φκιανα τίς θέσεις στούς Μύλους, ἦρθε ὁ Ντερνύς νά μέ ἰδεῖ: Μοῦ λέγει:
»-Τί κάνεις αὐτοῦ; Αὐτές οἱ θέσες εἶναι ἀδύνατες• τί πόλεμο θά κάνετε μέ τόν Μπραΐμη αὐτοῦ;

»Τοῦ λέγω:
»- Εἶναι ἀδύνατες οἱ θέσες κι ἐμεῖς. Ὅμως εἶναι δυνατός ὁ Θεός πού μᾶς προστατεύει, καί θά δείξομε τήν τύχη μας σαυτές τίς θέσες τίς ἀδύνατες. Κι ἄν εἴμαστε ὁλίγοι στό πλῆθος τοῦ Μπραΐμη, παρηγοριόμαστε μέναν τρόπο• ὅτι ἡ τύχη μᾶς ἔχει τούς Ἕλληνες πάντοτε ὁλίγους. Ὅτι ἀρχή καί τέλος παλαιόθε καί ὡς τώρα, ὅλα τά θεριά πολεμοῦν νά μᾶς φάνε καί δέν μποροῦνε. Τρῶνε ἀπό μᾶς καί μένει καί μαγιά. Καί οἱ ὁλίγοι ἀποφασίζουν νά πεθάνουν. Καί ὅταν κάνουν αὐτήνη τήν ἀπόφαση, λίγες φορές χάνουν καί πολλές κερδαίνουν. Ἡ θέση ὅπου εἴμαστε σήμερα ἐδώ εἶναι τοιούτη. Καί θά ἰδοῦμε τήν τύχη μας οἱ ἀδύνατοι μέ τούς δυνατούς».

25 Μαρτίου 2013, 192 χρόνια μετά τήν ἔναρξη τῆς ἐθνικῆς παλλιγγενεσίας καί οἱ ὑπέροχοι αὐτοί λόγοι τοῦ Μακρυγιάννη θαρρῶ πώς ἀποτελοῦν τήν καλύτερη ἀπάντηση σέ ὅλες τίς ἀγωνίες καί τούς πόνους πού κατακλύζουν τίς καρδιές μας τοῦτες τίς ἡμέρες. Τίς ἡμέρες τῆς μεγάλης θλίψης! Θλίβομαι γιά τό κατάντημα τῆς πατρίδος μας, γιά τό κατάντημά μας, γιά τό αὔριο τῆς ἐκλεκτῆς θυγατέρας τῆς Κύπρου μας, γιά τά σχέδια τῶν ἰσχυρῶν πού διαβουλεύονται καί ἐπιβουλεύονται, γιά τίς ἐπιστολές τῶν νεοελλήνων πρός μαθητές πού ἀποδομοῦν καί βεβηλώνουν τίς ρίζες μέ ψεύδη. «Εἶναι ἀδύνατες οἱ θέσες κι ἐμεῖς», ἐπαναλαμβάνω, ἴσως μονότονα, μέ τόν Μακρυγιάννη. Δέν μᾶς ὑπολογίζουν, δέν μᾶς παίρνουν στά σοβαρά, δέν μᾶς ἀκοῦν. Μᾶς περιγελοῦν. « Ὅμως εἶναι δυνατός ὁ Θεός πού μᾶς προστατεύει, καί θά δείξομε τήν τύχη μας σαυτές τίς θέσες τίς ἀδύνατες»,συνεχίζει ὁ στρατηγός. Ναί δυνατός εἶναι ὁ Θεός πού μᾶς προστατεύει. Πού προστατεύει ἐμᾶς καί τοῦτο τό μικρό ἀλωνάκι πού λέγεται Ἑλλάδα. Αὐτός ὁ Θεός εἶναι ὁ βοηθός καί ὑπερασπιστής μας, Αὐτός πού ἔχει πάντοτε τόν τελευταῖο λόγο. Καί εὐτυχῶς τόν ἔχει.

Ἄς τό κατανοήσουμε, ἐμεῖς οἱ Ἕλληνες μόνοι μας εἴμασταν πάντοτε καί ὅλα τά θεριά πολεμοῦν νά μᾶς φᾶνε καί δέν μποροῦνε. Τρῶνε ἀπό μᾶς καί μένει καί μαγιά. Ἄς συνεχίζουν, λοιπόν, ὅλοι τους νά τρῶνε. Ἡ μαγιά μας δέν θά σβήσει. Καί δέν θά σβήσει, γιατί αὐτή ἡ μαγιά ζυμώθηκε μέ αἷμα ἁγίων τῆς πίστεως καί ἡρώων τῆς πατρίδος καί εὐλογήθηκε ἀπό τόν ἴδιο τόν Κύριο καί Θεό μας. Σττούς ἀπογόνους, λοιπόν, τῶν ἡρώων καί τῶν ἀγίων δέν τούς πρέπει ὁ θρῆνος, οὔτε ἡ ἀπελπισία. Τούς πρέπει ἡ ἀνδρεία καί ἡ θυσία. Ὁ ἀγώνας μέχρι τέλους.

Τελειώνω πάλι μέ ἕναν λόγο προβληματισμοῦ τοῦ Μακρυγιάννη, τόν ὁποῖο μνημονεύω κατά παραγγελίαν τοῦ Μεγάλου Ἐλύτη.

«Ὅταν μοῦ πειράζουν τήν πατρίδα καί τή θρησκεία μου θά μιλήσω, θα’νεργήσω κι’ὅτι θέλουν ἄς μοῦ κάνουν…κι’αυτείνη ἡ πατρίδα δέν λευτερώθη μέ παραμύθια, λευτερώθη μ’αἵματα καίθυσίες…νάρθῆ ἕνας νά μοῦ εἰπῆ ὅτι θά πάγη ὀμπρός ἡ πατρίδα, στέργομαι νά μοῦ βγάλη καί τά δυό μου μάτια. Ὅτι ἄν εἶμαι στραβός καί ἡ πατρίδα μου καλά, μέ θρέφει”.