Η Ανατροφή των παιδιών κατά τον ιερό Χρυσόστομο

Τὸ θέ­μα εἶ­ναι τὸ πιὸ καυ­τό. Εἶ­ναι ἡ βά­σι­ς η πά­νω στὴν ὁ­ποί­α στη­ρί­ζε­ται ὄ­χι μό­νον ἡ οἰ­κο­γέ­νεια, ἀλ­λὰ ὁ­λό­κλη­ρη ἡ κοι­νω­νί­α.
O ἰ. Χρυ­σό­στο­μος, ὁ με­γά­λος αὐ­τὸς ἑρ­μη­νευ­τὴς τῶν Γρα­φῶν, ὁ δογ­μα­το­λό­γος, ὁ κοι­νω­νι­ο­λό­γος, ὁ ἀ­γω­νι­στὴς ’­Ἱ­ε­ράρ­χης, δὲν πα­ρέ­λει­ψε νὰ ἀ­σχο­λη­θῆ μὲ τὸ σπου­δαι­ό­τα­το αὐ­τὸ πρό­βλη­μα.

Ἀ­να­φέ­ρει λοι­πόν:

Δὲν ὑ­πάρ­χει με­γα­λύ­τε­ρη τέ­χνη ἀ­πὸ τὴν ἀ­να­τρο­φὴ τῶν παι­δι­ῶν. Δι­ό­τι τί μπο­ρεῖ νὰ ἐ­ξι­σω­θῆ μὲ τὸ νὰ δι­α­μορ­φώ­σης τὴν ψυ­χὴ τοῦ νέ­ου καὶ νὰ δι­α­παι­δα­γω­γή­σης τὸ χα­ρα­κτή­ρα του; Ἐ­κεῖ­νος ποὺ ἀ­σκεῖ τὴν τέ­χνη αὐ­τὴ πρέ­πει νὰ εἶ­ναι πο­λὺ πιὸ προ­σε­κτι­κὸς ἀ­πὸ ὅ,τι κά­θε ζω­γρά­φος καὶ ἀ­γαλ­μα­το­ποι­ός.

Πρέ­πει, νὰ ἀ­να­τρέ­φων­ται τὰ παι­διὰ μὲ τὴν παι­δεί­α καὶ τὴ νου­θε­σί­α τοῦ Κυ­ρί­ου. Καὶ γιὰ τὸ πράγ­μα αὐ­τὸ οἱ γο­νεῖς θὰ ἔ­χουν με­γά­λο μι­σθὸ ἀ­πὸ τὸ Θε­ό.

Δι­ό­τι ἐ­ὰν οἱ ἄν­θρω­ποι ποὺ κά­νουν βα­σι­λι­κὰ ἀ­γάλ­μα­τα καὶ ζω­γρα­φί­ζουν βα­σι­λι­κὲς εἰ­κό­νες, τι­μοῦν­ται πο­λύ, ἐ­κεῖ­νοι ποὺ καλ­λω­πί­ζουν τὴν βα­σι­λι­κὴ εἰ­κό­να – δι­ό­τι εἰ­κό­να τοῦ Θε­οῦ εἶ­ναι ὁ ἄν­θρω­πος δὲν θὰ ἀ­πο­λαύ­σουν τὰ ἀ­μέ­τρη­τα ἀ­γα­θά, ἐ­φό­σον ἀν­τα­πο­δί­δουν τὸ κα­θ’ ὁ­μοί­ω­σιν; ὅ­ταν ἐκ­παι­δεύ­ουν τὰ παι­διὰ νὰ εἶ­ναι ἀ­γα­θά, νὰ εἶ­ναι ἀ­νε­ξί­κα­κα, νὰ μὴν ὀρ­γί­ζων­ται, νὰ εὐ­ερ­γε­τοῦν, νὰ εἶ­ναι φι­λάν­θρω­πα, νὰ πε­ρι­φρο­νοῦν τὰ πα­ρόν­τα, τό­τε τὰ παι­διὰ ἀ­πο­κτοῦν τὰ γνω­ρί­σμα­τα τοῦ Θε­οῦ.

Δι­ό­τι τὸν πα­τέ­ρα δὲν τὸν κά­νει πα­τέ­ρα ἁ­πλῶς ἡ γέν­νη­σις τοῦ παι­διοῦ πα­τέ­ρα. Καὶ αὐ­τὸ θὰ μπο­ρέ­σουν νὰ τὸ ὁ­μο­λο­γή­σουν οἱ ἴ­διοι οἱ γο­νεῖς ποὺ με­ρι­κὲς φο­ρὲς ἀ­πο­ξε­νώ­νουν τὰ παι­διά τους ἀ­πὸ τὴν πε­ρι­ου­σί­α τους σὰν νὰ μὴν εἶ­ναι δι­κά τους, ὅ­ταν τὰ δοῦν νὰ φθά­σουν στὸ ἀ­πο­κο­ρύ­φω­μα τῆς κα­κί­ας.

Ὅ­ποι­ος εἶ­ναι πα­τέ­ρας καὶ ἀ­γά­πα τὸ παι­δί του, τὸ δεί­χνει αὐ­τὸ μὲ τὴν κα­λὴ ἀ­να­τρο­φὴ τοῦ παι­διοῦ του.
Ἂν τὰ παι­διὰ ποὺ γε­νι­οῦν­ται ὁ­δη­γη­θοῦν στὴν ἀ­ρε­τὴ μὲ τὴν δι­κή του φρον­τί­δα, αὐ­τὸ γί­νε­ται γιὰ τὸν πα­τέ­ρα αἰ­τί­α καὶ ἀ­φορ­μὴ πολ­λῆς σω­τη­ρί­ας. Δι­ό­τι ἡ γέν­νη­σις τοῦ παι­διοῦ ὀ­φεί­λε­ται στὴν φύ­σι, ἐ­νῶ ἡ ἀ­να­τρο­φὴ στὴν προ­αί­ρε­σι. Γι’ αὐ­τὸ λέ­ει καὶ ὁ Παῦ­λος γιὰ τὴν γυ­ναί­κα: «Εἰ ἐ­τε­κνο­τρό­φη­σε». Καὶ θέ­λον­τας νὰ δεί­ξη ὅ­τι ἡ σω­τη­ρί­α μᾶς ἐ­ξαρ­τᾶ­ται ἀ­πὸ τὴν κα­λὴ ἀ­να­τρο­φή, πρό­σθε­σε: «Ἐ­ὰν μεί­νω­σιν ἐν πί­στει καὶ ἀ­γά­πη καὶ ἁ­για­σμὸ» Δη­λα­δή: Τό­τε θὰ πά­ρης με­γά­λη ἀ­μοι­βή, ἐ­ὰν τὰ παι­διὰ ποὺ γεν­νή­θη­καν πα­ρα­μέ­νουν στὴν πί­στι στὴν ἀ­γά­πη καὶ στὸν ἁ­για­σμό.

Ὅ­ποι­ος λοι­πὸν ὁ­δη­γεῖ τὰ παι­διὰ σὲ αὐ­τὰ καὶ τὰ πα­ρα­κι­νεῖ, τὰ δι­δά­σκει καὶ τὰ συμ­βου­λεύ­ει, γιὰ τὴ φρον­τί­δα του αὐ­τὴ θὰ ἔ­χη με­γά­λη ἀ­μοι­βὴ ἀ­πὸ τὸν Θε­ό.

Σή­με­ρα, βέ­βαι­α, συμ­βαί­νει τὸ ἑ­ξῆς πα­ρά­λο­γο: Γιὰ ὅ­λα φρον­τί­ζουν οἱ γο­νεῖς, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὴν σω­στὴ ἀ­να­τρο­φὴ τῶν παι­δι­ῶν. Καὶ σὰν κύ­ριος σκο­πὸς ὅ­λης της ση­με­ρι­νῆς φρον­τί­δος τῶν γο­νέ­ων εἶ­ναι ὁ τυ­ρα­νι­κὸς ἔ­ρω­τας τῶν χρη­μά­των. Μα­θαί­νει τὸ παι­δὶ ξέ­νες γλῶσ­σες, ὄ­χι γιὰ νὰ μά­θη ἁ­πλῶς ξέ­νες γλῶσ­σες, ἀλ­λὰ γιὰ νὰ κερ­δί­ζη πε­ρισ­σό­τε­ρα χρή­μα­τα. Δι­ό­τι ἂν ὑ­πῆρ­χε τρό­πος νὰ κερ­δί­ζη χρή­μα­τα χω­ρὶς νὰ μά­θη τὶς γλῶσσ­σες αὐ­τές, οὔ­τε ἐ­κεῖ τὸ παι­δὶ θὰ πή­γαι­νε.

Ἂς μὴ ἐ­ξα­σκοῦ­με, λοι­πόν, τὴν γλώσ­σα τοῦ παι­διοῦ, ἀλ­λὰ ἂς κα­θα­ρί­ζου­με τὴν ψυ­χή του. Αὐ­τὰ δὲν λέ­γον­ται γιὰ νὰ ἐμ­πο­δι­σθοῦν τὰ παι­διὰ ἀ­πὸ τὸ νὰ μα­θαί­νουν ξέ­νες γλῶσ­σες, ἀλ­λὰ νὰ μὴν προ­σέ­χη κα­νεὶς μό­νο σ’ αὐ­τά.
Ὅ­λα, λοι­πόν, αὐ­τὸς ὁ τυ­ρα­νι­κὸς ἔ­ρω­τας τῶν χρη­μά­των τὰ κα­τέ­στρε­ψε.
Καὶ γιὰ τὴν κα­τα­σκευ­ὴ ἑ­νὸς πα­λιοῦ σπι­τιοῦ, ποὺ πρό­κει­ται νὰ κα­τα­ρεύ­σει, ξο­δεύ­ου­με ἀ­μέ­τρη­τα χρή­μα­τα. Ἐ­νῶ γιὰ τὸ σπί­τι τοῦ Θε­οῦ, δι­ό­τι σπί­τι τοῦ Θε­οῦ μπο­ρεῖ νὰ γί­νη ἡ ψυ­χὴ τοῦ νέ­ου, δὲν δεί­χνου­με οὔ­τε τὴν πα­ρα­μι­κρὴ φρον­τί­δα.

Δὲν πρέ­πει νὰ γί­νη τὸ σπί­τι τοῦ Θε­οῦ σπή­λαι­ο λη­στῶν, γιὰ νὰ μὴν ἀ­κού­ση κα­νεὶς τὴν ἐ­πι­τί­μη­σι ποὺ ἔ­κα­νε ὁ Χρι­στὸς στοὺς Ἰ­ου­δαί­ους λέ­γον­τας: «Κά­να­τε τὸ σπί­τι τοῦ πα­τέ­ρα μου, σπή­λαι­ο λη­στῶν, ἐ­νῶ εἶ­ναι οἶ­κος προ­σευ­χῆς» (Ματθ, 21,13). Καὶ πῶς γί­νε­ται σπη­λιὰ λη­στῶν; Ὅ­ταν μπαί­νουν στὶς ψυ­χὲς τῶν παι­δι­ῶν ἀ­νε­λεύ­θε­ρες καὶ δου­λι­κὲς ἐ­πι­θυ­μί­ες καὶ κά­θε εἴ­δους ἀ­σέλ­γεια.
Ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη τους ἡ­λι­κί­α, λοι­πὸν τὰ παι­διὰ πρέ­πει νὰ ὁ­δη­γοῦν­ται στὴν οὐ­ρά­νια πο­λι­τεί­α. Δι­ό­τι αὐ­τὴ ἡ ἐ­πί­γεια μό­νο δα­πα­νη­ρὴ εἶ­ναι καὶ δὲν ἔ­χει κα­νέ­να κέρ­δος.

Ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη τους ἡ­λι­κί­α νὰ πη­γαί­νουν τὰ παι­διὰ στὴν Ἐκ­κλη­σί­α. Νὰ πε­ρι­φρου­ροῦν­ται μὲ ὄ­πλα πνευ­μα­τι­κά. Νὰ ἐκ­παι­δεύ­ων­ται ἀ­πὸ μι­κρὰ νὰ κά­νουν μὲ τὸ χέ­ρι τους τὸ ση­μεῖ­ο τοῦ σταυ­ροῦ. Καὶ ἂν δὲν μπο­ροῦν αὐ­τά νὰ τὸ κά­νουν μό­να τους, ἂς τὸ κά­νουν οἱ ἴ­διοι οἱ γο­νεῖς μὲ τὸ δι­κό τους τὸ χε­ρά­κι πά­νω τους τὸ ση­μεῖ­ο τοῦ σταυ­ροῦ.

Ὁ­ποι­α­δή­πο­τε ἐρ­γα­σί­α κι ἂν κά­μνη ἀρ­γό­τε­ρα, πρῶ­τα νὰ κά­μνη τὸ ση­μεῖ­ο τοῦ σταυ­ροῦ του.
Μὴν πῆ κά­ποι­ος ὅ­τι τὰ παι­διὰ δὲν πρέ­πει νὰ ἀ­σχο­λοῦν­ται μὲ τὰ πράγ­μα­τα αὐ­τά. Ἔ­πρε­πε ὄ­χι μό­νο νὰ ἀ­σχο­λοῦν­ται, ἀλ­λὰ καὶ συ­νέ­χεια νὰ ἔ­χουν τὸ νοῦ τοὺς στραμ­μέ­νο σ’ αὐ­τά.

Αὐ­τὴ ἡ ἡ­λι­κί­α ἔ­χει ἀ­νάγ­κη ἀ­πὸ ἀ­κρο­ά­σεις τέ­τοι­ου εἴ­δους. Ἐ­πει­δὴ εἶ­ναι τρυ­φε­ρή, ἀ­φο­μοι­ώ­νει ἀ­μέ­σως ὅ­σα λέ­γον­ται, δι­ό­τι ἡ ἀ­κρό­α­σις τυ­πώ­νε­ται στὸ νοῦ τους, ὅ­πως μί­α σφρα­γί­δα πά­νω στὸ κε­ρί. Ἄλ­λω­στε καὶ ἡ ζω­ή τους τό­τε ἀρ­χί­ζει νὰ κλί­νη πρὸς τὴν ἀ­ρε­τὴ ἡ τὴν κα­κί­α. Ἄν λοι­πὸν ἀ­πὸ αὐ­τὲς τὶς ἀρ­χὲς ἀ­πο­μα­κρυν­θῆ ἀ­πὸ τὴν κα­κί­α καὶ ὁ­δη­γη­θῆ στὴν ἀ­ρε­τή, θὰ δη­μι­ουρ­γη­θῆ μί­α κα­τά­στα­σις συ­νή­θειας καὶ μί­α φυ­σι­κὴ κα­τά­στα­σις στὸ παι­δί. Καὶ δὲ θὰ ἀλ­λά­ξη εὔ­κο­λα στὴν κα­κί­α, δι­ό­τι ἡ συ­νή­θεια αὐ­τὴ θὰ κρα­τᾶ στὴν ἐρ­γα­σί­α τῶν ἐν­το­λῶν.
Ἔ­τσι γυ­μνά­ζον­ται καὶ ἐκ­παι­δεύ­ον­ται οἱ στρα­τι­ῶ­τες, μᾶλ­λον οἱ ἄγ­γε­λοι τοῦ Θε­οῦ.
Δὲν παύ­ω νὰ πα­ρα­κα­λῶ καὶ νὰ ἱ­κε­τεύ­ω καὶ νὰ ἐ­πι­μέ­νω στὶς πα­ρα­κλή­σεις μου: Πρὶν ἀ­πὸ ὅ­λα νὰ δί­νε­τε σω­στὴ ἀ­να­τρο­φὴ στὰ παι­διά σας.

Οἱ γο­νεῖς πρέ­πει νὰ γνω­ρί­ζουν ὅ­τι ἀ­να­τρέ­φουν ἀ­θλη­τὴ γιὰ τὸ Χρι­στό. Δὲν εἶ­ναι ὑ­πο­χρε­ω­τι­κό, οὔ­τε πι­έ­ζει κά­ποι­ους νὰ στεί­λουν οἱ γο­νεῖς τὰ παι­διὰ στὴν ἔ­ρη­μο ἡ στὰ μο­να­στή­ρια. Ἀλ­λὰ ζών­τας τὸ παι­δὶ μέ­σα στὸν κό­σμο, ἂς μά­θη νὰ ἔ­χη εὐ­λά­βεια καὶ νὰ σέ­βε­ται τὰ θεῖ­α.
Ὁ γο­νιὸς ἂς κά­νη χρῆ­σι τῆς ἐ­ξου­σί­ας του. Εἴ­τε πα­τέ­ρας εἶ­ναι εἴ­τε μη­τέ­ρα. Γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του κο­πιά­ζει, δι­ό­τι πρῶ­τος αὐ­τὸς ἀ­πο­λαμ­βά­νει τὰ ἀ­γα­θά.
Λέ­νε ὅ­τι τὰ μαρ­γα­ρι­τά­ρια, μό­λις τὰ βγά­λουν ἀ­πὸ τὸ νε­ρὸ εἶ­ναι σὰν τὸ νε­ρό. Ἂν ὅ­μως αὐ­τὸς ποὺ τὰ βγά­λει εἶ­ναι δε­ξι­ο­τέ­χνης, το­πο­θε­τών­τας τὴ στα­γό­να ἐ­κεί­νη τοῦ νε­ροῦ πά­νω στὴν πα­λά­μη του καὶ κά­νον­τας δι­ά­φο­ρες κυ­κλι­κὲς κι­νή­σεις, μὲ τρό­πο προ­σε­κτι­κό, τὴν τορ­νεύ­ει καὶ τῆς δί­νει τὸ σχῆ­μα ποὺ θέ­λει.

Ζω­γρά­φοι, λοι­πόν, καὶ ἀ­γαλ­μα­το­ποι­οὶ οἱ γο­νεῖς. Ὅ,τι κά­νουν αὐ­τοί, ἔ­τσι πρέ­πει νὰ κά­νουν καὶ οἱ γο­νεῖς. Κα­τα­σκευ­ά­ζον­τας αὐ­τά τὰ θαυ­μα­στὰ ἀ­γάλ­μα­τα γιὰ τὸν Θε­ό, νὰ ἀ­φαι­ροῦν τὸ πε­ριτ­τὸ καὶ νὰ προ­σθέ­τουν ἐ­κεῖ­νο ποὺ λεί­πει. Κα­θη­με­ρι­νὰ νὰ γί­νε­ται ἔ­λεγ­χος ποι­ὸ πλε­ο­νέ­κτη­μα ἔ­χει φυ­σι­κό, ὥ­στε νὰ αὐ­ξά­νε­ται. Καὶ ποι­ὸ ἐ­λάτ­τω­μα ὑ­πάρ­χει, ὥ­στε νὰ ἀ­φαι­ρεῖ­ται.

Ὁ βα­σι­λιὰς καὶ ἡ πό­λις

Ἂς γνω­ρί­ζη ὁ πα­τέ­ρας ὅ­τι εἶ­ναι βα­σι­λιὰς καὶ ὅ­τι στὴν δι­ά­θε­σί του ἔ­χει μί­α πό­λι. Τὴν ψυ­χὴ τοῦ παι­διοῦ του. Δι­ό­τι πραγ­μα­τι­κὰ πό­λις εἶ­ναι ἡ ψυ­χὴ τοῦ παι­διοῦ.

Γι’ αὐ­τὴν τὴν πό­λη χρει­ά­ζον­ται νό­μοι, μὲ τοὺς ὁ­ποί­ους νὰ ἐ­ξο­ρί­ζων­ται οἱ κα­κοὶ καὶ νὰ βρα­βεύ­ον­ται οἱ κα­λοί. Καὶ ὅ­πως στὴν πό­λι, ἂν κά­ποι­ος ἀ­φή­ση ἀ­τι­μώ­ρη­τους τοὺς κλέ­φτες, τὰ κα­τά­στρε­ψε ὅ­λα, ἔ­τσι καὶ ἐ­δῶ.
Πό­λις εἶ­ναι ἡ ψυ­χὴ τοῦ παι­διοῦ. Πό­λις ποὺ μό­λις κτί­στη­κε καὶ ἔ­χει πο­λί­τες, κα­τοί­κους ποὺ δὲν ἔ­χουν καμ­μιὰ ἐμ­πει­ρί­α. Στοὺς πο­λί­τες αὐ­τοὺς κά­ποι­ος εὔ­κο­λα μπο­ρεῖ νὰ δώ­ση κα­λὲς ὁ­δη­γί­ες.

Ὅ­ρι­σε νό­μους στὴν πό­λι αὐ­τὴ καὶ στοὺς πο­λί­τες τυς φο­βε­ροὺς καὶ αὐ­στη­ρούς. Καὶ γί­νε προ­στά­της ἐ­κεί­νων ποὺ γί­νον­ται καὶ τι­μω­ρὸς ὅ­σων πα­ρα­βαί­νον­ται. Οἱ νό­μοι αὐ­τοὶ πρέ­πει νὰ τη­ροῦν­ται μὲ ἀ­κρί­βεια. Δι­ό­τι ἡ νο­μο­θε­σί­α μας εἶ­ναι γιὰ τὴν Οἰ­κου­μέ­νη. Κτί­ζου­με σή­με­ρα πό­λι.
Καὶ πό­λις εἴ­πα­με ὅ­τι εἶ­ναι ἡ ψυ­χὴ τοῦ παι­διοῦ.

Ἂς ὑ­πο­θέ­σου­με λοι­πόν, ὅ­τι πε­ρί­βο­λος καὶ πύ­λες εἶ­ναι οἱ τέσ­σε­ρις αἰ­σθή­σεις. Ὅ­λο τὸ ὑ­πό­λοι­πο σῶ­μα ἂς εἶ­ναι σὰν τεῖ­χος, ἔ­χον­τας πύ­λες τοὺς ὀ­φθαλ­μούς, τὴν ἀ­κο­ή, τὴν ὄ­σφρη­σι καὶ τὴν ἁ­φή.
Ἀ­πὸ τὶς πύ­λες αὐ­τὲς μπαί­νουν καὶ βγαί­νουν οἱ πο­λί­τες τῆς πό­λε­ως. Καὶ πο­λί­τες τῆς πό­λε­ως, δη­λα­δή, τῆς ψυ­χῆς τοῦ παι­διοῦ εἶ­ναι οἱ λο­γι­σμοί, οἱ σκέ­ψεις ποὺ ἔ­χει κά­ποι­ος συ­νέ­χεια στὸ νοῦ του.

Ἡ γλώσ­σα

Ἂς ἔλ­θου­με πρῶ­τα στὴν πύ­λη τῆς γλώσ­σας. Δι­ό­τι αὐ­τὴ κά­νει τὴν με­γα­λύ­τε­ρη ἐρ­γα­σί­α. Ἄς κα­τα­σκευ­ά­σου­με πρῶ­τα γιὰ τὴν πύ­λη αὐ­τὴ θυ­ρό­φυλ­λα καὶ μο­χλοὺς ὄ­χι ἀ­πὸ ξύ­λο, ἀλ­λὰ ἀ­πὸ χρυ­σό. Για­τί χρυ­σὴ εἶ­ναι ἡ πύ­λη ποὺ κα­τα­σκευ­ά­ζε­ται. Καὶ μέ­σα στὴν πό­λι αὐ­τὴ πρό­κει­ται νὰ κα­τοι­κή­ση ὁ βα­σι­λιὰς τῶν πάν­των.
Τὰ χρυ­σὰ θυ­ρό­φυλ­λα καὶ ὁ χρυ­σὸς μο­χλὸς εἶ­ναι τὰ λό­για του Θε­οῦ, «Ὡς γλυ­κέ­α τὰ λό­γιά σου τὸ λά­ρυγ­γί μου, ὑ­πὲρ μέ­λι τὸ στό­μα­τί μου», λέ­γει ὁ ψαλ­μω­δὸς. Συ­νέ­χεια ἂς λέ­γει τὰ λό­για αὐ­τά.

Μο­χλὸς τῶν θυ­ρό­φυλ­λων ἂς εἶ­ναι ὁ σταυ­ρὸς τοῦ Κυ­ρί­ου. Κα­τα­σκευ­α­σμέ­νος ὁ­λό­κλη­ρος ἀ­πὸ πο­λύ­τι­μους λί­θους καὶ το­πο­θε­τη­μέ­νος στὴ μέ­ση τῶν θυ­ρό­φυλ­λων.
Ὅ­ταν κα­τα­σκευα­σθοῦν ἔ­τσι τὰ θυ­ρό­φυλ­λα καὶ ὁ μο­χλός, ἂς κα­τα­σκευα­σθοῦν ἀν­τά­ξιοι καὶ οἱ πο­λί­τες. Ποι­οὶ εἶ­ναι αὐ­τοί; Εἶ­ναι τὰ λό­για τους.
Ἂς δι­δά­σκων­ται, λοι­πόν, τὰ παι­διὰ νὰ λέ­νε λό­για σε­μνὰ καὶ εὐ­λα­βῆ. Νὰ ἀ­πο­μα­κρύ­νων­ται οἱ χλευ­α­στι­κοὶ καὶ ὑ­βρι­στι­κοὶ λό­γοι, οἱ ἀ­νό­η­τοι καὶ οἱ αἰ­σχροί. Τὰ λό­για του νὰ εἶ­ναι λό­για εὐ­χα­ρι­στί­ας πρὸς τὸ Θε­ὸ καὶ ὕ­μνοι σε­μνοί.
Πῶς θὰ γί­νη αὐ­τό; ἂν εἴ­μα­στε αὐ­στη­ροὶ κρι­τὲς τῶν πρά­ξε­ών τους. Καὶ αὐ­τὸ εἶ­ναι πο­λὺ εὔ­κο­λο γιὰ τὸ παι­δί. Δι­ό­τι τὸ παι­δὶ δὲν ἀ­γω­νί­ζε­ται γιὰ χρή­μα­τα, οὔ­τε γιὰ δό­ξα. ὅ­λος ὁ ἀ­γώ­νας του εἶ­ναι μὲ τοὺς συ­νο­μή­λι­κές του.

Ὅ­ρι­σε τοῦ νό­μο νὰ μὴ βρί­ζη κα­νέ­να, οὔ­τε νὰ βλα­σφη­μῆ, οὔ­τε νὰ ὁρ­κί­ζε­ται, καὶ νὰ ἀ­πο­φεύ­γη τὶς φι­λο­νι­κί­ες. Ἄν δῆς ὅ­τι πα­ρα­βαί­νει τοὺς νό­μους, τι­μώ­ρη­σέ το, ἄλ­λο­τε μὲ ὕ­φος αὔ­στη­ρο, ἄλ­λο­τε πά­λι μὲ λό­για ποὺ μπο­ροῦν νὰ πλη­γώ­σουν, ἄλ­λο­τε μὲ ἐ­πι­τι­μή­σεις. Ἄλ­λο­τε πά­λι κο­λά­κε­ψέ το, καὶ δός του καὶ ὑ­πο­σχέ­σεις.
Νὰ μὴν τὸ κτυ­πᾶς συ­νέ­χεια, οὔ­τε νὰ τὸ συ­νη­θί­σης σὲ τέ­τοι­ο τρό­πο παι­δα­γω­γί­ας. Δι­ό­τι ἂν μά­θη νὰ παι­δα­γω­γῆ­ται συ­νέ­χεια ἔ­τσι, θὰ μά­θη νὰ κα­τα­φρο­νῆ. Τό­τε ὅ­λα κα­τα­στρά­φη­καν. Νὰ φο­βᾶ­ται πάν­το­τε τὸ ξύ­λο, νὰ μὴ δέρ­νε­ται ὅ­μως. Καὶ νὰ δεί­χνε­ται τὸ μα­στί­γιο, ἀλ­λὰ νὰ μὴ μα­στι­γώ­νε­ται.
Οἱ ἀ­πει­λὲς ἐ­πί­σης νὰ μὴν πραγ­μα­το­ποι­οῦν­ται. ἀλ­λὰ αὐ­τὸ νὰ μὴν εἶ­ναι φα­νε­ρό. Δι­ό­τι ἡ ἀ­πει­λὴ τό­τε εἶ­ναι κα­λή, ὅ­ταν πι­στεύ­ε­ται ὅ­τι θὰ πραγ­μα­το­ποι­η­θῆ. Ἄν ὅ­μως ἐ­κεῖ­νος ποὺ ἔ­φται­ξε μά­θη τὴν ἀ­λή­θεια, θὰ δεί­ξη πε­ρι­φρό­νη­σι. Νὰ πε­ρι­μέ­νη, λοι­πόν, τὴν τι­μω­ρί­α, νὰ μὴν τι­μω­ρῆ­ται ὅ­μως, γιὰ νὰ μὴ σβή­ση ὁ φό­βος. Ὅ­ταν δῆς ὅ­τι ὁ φό­βος ὠ­φέ­λη­σε, ἄ­φη­σὲ το. Δι­ό­τι ἡ ἀν­θρώ­πι­νη φύ­σις ἔ­χει ἀ­νάγ­κη καὶ ἀ­πὸ κά­ποι­α ἄ­νε­σι.
Δί­δα­ξέ το νὰ εἶ­ναι γε­μά­το ἀ­πὸ κα­λω­σύ­νη καὶ φι­λαν­θρω­πί­α. Ἄν τὸ δῆς νὰ κα­κο­λο­γῆ κά­ποι­ον, κλεῖ­σέ του τὸ στό­μα καὶ με­τέ­φε­ρε τὴ γλῶσ­σά του στὰ δι­κά του σφάλ­μα­τα.

Γιὰ νὰ κα­τορ­θω­θοῦν ὅ­λα αὐ­τὰ εἶ­ναι ἀρ­κε­τοὶ δύ­ο μῆ­νες. Αὐ­τή, λοι­πόν, ἡ πύ­λη τῆς γλώσ­σας τό­τε θὰ μπο­ροῦ­σε ἐ­πά­ξια νὰ γί­νη πύ­λη τοῦ Κυ­ρί­ου, ὅ­ταν δὲν λέ­γη αἰ­σχρὰ καὶ ἀ­νό­η­τα, ἀλ­λὰ ὅ­σα ται­ριά­ζουν στὸν Κύ­ριο. Οἱ στρα­τι­ῶ­τες τῆς οὐ­ρά­νιας βα­σι­λεί­ας πρέ­πει νὰ φο­ροῦν ὅ­λο τὸ βα­σι­λι­κό τους στο­λι­σμό.
Ἂς μαθαίνουν νὰ ψάλλουν στὸ Θεό, γιὰ νὰ μὴν τοὺς δίνεται ἡ εὐκαιρία νὰ ἀσχολοῦνται μὲ αἰσχρὰ ἄσματα καὶ φλύαρες διηγήσεις.
Ἔτσι πρέπει νὰ ἀσφαλίζεται ἡ πύλη αὐτή.

Ἢ ἀ­κο­ὴ

Ὰς ἔλ­θου­με τώ­ρα στὴν ἀ­κο­ή. οἱ πο­λί­τες τῆς πό­λε­ως αὐ­τῆς μπαί­νουν ἀ­πὸ ἔ­ξω. Ἂν δὲν ἀ­φή­ση ἡ πύ­λη αὐ­τὴ νὰ μπῆ κά­ποι­ος δι­ε­φθαρ­μέ­νος πο­λί­της, τό­τε δὲ δυ­σκο­λεύ­ε­ται πο­λὺ καὶ τὸ στό­μα. Ἂν δη­λα­δὴ δὲν ἀ­κού­η αἰ­σχρὰ καὶ πο­νη­ρὰ λό­για, οὔ­τε θὰ θὰ λέ­γη αἰ­σχρὰ λό­για. Ἂν ὅ­μως εἶ­ναι σὲ ὅ­λους δι­ά­πλα­τα ἀ­νοιγ­μέ­νη, τό­τε θὰ κα­τα­στρέ­ψη καὶ ἐ­κεί­νην.
Τί­πο­τε, λοι­πόν, τὸ ἀ­πρε­πὲς νὰ μὴν ἀ­κοῦν τὰ παι­διά. Ἀλ­λὰ ὅ­πως τὰ φυ­τὰ τό­τε ἔ­χουν ἀ­νάγ­κη ἀ­πὸ φρον­τί­δα, ὅ­ταν εἶ­ναι μι­κρά, καὶ τρυ­φε­ρά, ἔ­τσι καὶ τὰ παι­διά. Ἄς φρον­τί­σου­με νὰ μπαί­νη ἀ­πὸ τὴν βά­σι τους κα­λὸ θε­μέ­λιο.
Οὔ­τε νὰ ἀ­κοῦν πο­νη­ρὰ καὶ ἀ­νό­η­τα πα­ρα­μύ­θια. Ὁ τά­δε λέ­γει φί­λη­σε τὴν τά­δε. Τὸ βα­σι­λό­που­λο καὶ ἡ βα­σι­λο­πού­λα ἔ­κα­ναν αὐ­τό». Ἄς ἀ­κοῦν ἄλ­λα χω­ρὶς καμ­μί­α πε­ρι­πλο­κὴ νο­η­μά­των, ἀλ­λὰ μὲ με­γά­λη ἁ­πλό­τη­τα. Καὶ αὐ­τὸ μπο­ρεῖ νὰ γί­νη καὶ ἀ­πὸ τὸν πα­τέ­ρα καὶ ἀ­πὸ τὴν μη­τέ­ρα.
Ἡ δι­δα­σκα­λί­α τῆς Ἁγ. Γρα­φῆς
Ὅ­ταν μέ­νη ἐ­λεύ­θε­ρο ἀ­πὸ τοὺς κό­πους τῶν μα­θη­μά­των, δι­ό­τι ἡ ψυ­χὴ ἀ­γα­πά­ει πο­λὺ νὰ ἀ­κού­η πα­λιὰ δι­η­γή­μα­τα λέ­γε τοῦ τέ­τοι­ες Ἱ­στο­ρί­ες, ἀ­πο­μα­κρύ­νον­τάς το ἀ­πὸ κά­θε τι τὸ παι­δα­ρι­ῶ­δες. Δι­ό­τι ἀ­να­τρέ­φεις φι­λό­σο­φο καὶ ἀ­θλη­τὴ καὶ πο­λί­τη τῶν οὐ­ρα­νῶν.

Λέ­γε, λοι­πὸν στὴν ἀρ­χὴ τὴν ἑ­ξῆς δι­ή­γη­σι: «Ὑ­πῆρ­χε στὴν ἀρ­χὴ ἕ­νας πα­τέ­ρας ποὺ εἶ­χε δύ­ο παι­διά, ἀ­δέρ­φια». ἔ­πει­τα στα­μα­τών­τας λί­γο πρό­σθε­σε. «Καὶ ποὺ γεν­νή­θη­καν ἀ­πὸ τὴν ἴ­δια κοι­λιά. Τὸ ἕ­να ἦ­ταν με­γα­λύ­τε­ρο καὶ τὸ ἄλ­λο μι­κρό­τε­ρο. Καὶ ἀ­πὸ αὐ­τὰ τὸ με­γα­λύ­τε­ρο ἦ­ταν βο­σκὸς καὶ τὸ μι­κρό­τε­ρο γε­ωρ­γός. Καὶ αὐ­τὸ τὸ νε­ώ­τε­ρο ὁ­δη­γοῦ­σε τὰ πρό­βα­τα στὶς κοι­λά­δες καὶ τὶς λί­μνες». Καὶ νὰ τὰ δι­η­γῆ­σαι μὲ τρό­πο εὐ­χά­ρι­στο, ὥ­στε καὶ εὐ­χα­ρί­στη­σι νὰ προ­ξε­νοῦν στὸ παι­δὶ καὶ νὰ μὴν κου­ρά­ζουν τὴν ψυ­χή του. «Τὸ ἄλ­λο ἔ­σπερ­νε καὶ φύ­τευ­ε. Κά­πο­τε λοι­πόν, θέ­λη­σαν νὰ τι­μή­σουν τὸν Θε­ό. Ὁ ποι­μέ­νας τό­τε πῆ­ρε τὰ καλ­λί­τε­ρα ἀ­πὸ τὰ ποί­μνιά του καὶ τὰ πρό­σφε­ρε στὸ Θε­ό».

Δὲν εἶ­ναι καλ­λί­τε­ρα ἀ­πὸ τὰ χρυ­σό­μαλ­λα πρό­βα­τα καὶ τὰ τε­ρα­τώ­δη ἐ­κεῖ­να δι­η­γή­μα­τα νὰ δι­η­γῆ­σαι αὐ­τά; Ἔ­πει­τα δι­έ­γει­ρε πε­ρισ­σό­τε­ρο αὐ­τό (δι­ό­τι ἔ­χει καὶ μί­α τέ­τοι­α δύ­να­μι ἡ δι­ή­γη­σις) χω­ρὶς νὰ προ­σθέ­της τί­πο­τε τὸ ψεύ­τι­κο, ἀλ­λὰ ὅ­σα ἔ­χει ἡ Γρα­φή.
Ἐ­πει­δὴ λοι­πὸν πρό­σφε­ρε στὸν Θε­ὸ τὰ καλ­λί­τε­ρα, ἀ­μέ­σως κα­τέ­βη­κε φω­τιὰ ἀ­πὸ τὸν οὐ­ρα­νὸ καὶ τὰ ἅρ­πα­ξε καὶ τὰ με­τέ­φε­ρε ὅ­λα στὸ οὐ­ρά­νιο θυ­σι­α­στή­ριο. Ὁ με­γα­λύ­τε­ρος, ὅ­μως, ἀ­δελ­φὸς δὲν ἔ­κα­νε τὸ ἴ­διο, ἀλ­λὰ πῆ­γε καὶ ἀ­φοῦ ἔ­βα­λε στὴν ἀ­πο­θή­κη του ἀ­πὸ τοὺς κό­πους του τὰ καλ­λί­τε­ρα προι­όν­τα, πρό­σφε­ρε στὸν Θε­ὸ τὰ δεύ­τε­ρα. Ὁ Θε­ὸς τό­τε δὲν τὰ πρό­σε­ξε αὐ­τά, ἀλ­λὰ τὰ ἀ­πο­στρά­φη­κε καὶ τὰ ἄ­φη­σε νὰ μέ­νουν στὴ γῆ, ἐ­νῶ τοῦ νε­ώ­τε­ρου τὰ δέ­χθη­κε κον­τά του».

Τί ἔ­γι­νε λοι­πὸν στὴ συ­νέ­χεια; «Στε­νο­χω­ρι­ό­ταν ὁ με­γα­λύ­τε­ρος ἀ­δελ­φός, ἐ­πει­δὴ πε­ρι­φρο­νή­θη­κε καὶ εἶ­χε ἀ­πο­δει­χθῆ κα­τώ­τε­ρος καὶ ἦ­ταν σκυ­θρω­πός. Τοῦ λέ­ει ὁ Θε­ός: Για­τί εἶ­σαι λυ­πη­μέ­νος; Δὲν ἤ­ξε­ρες ὅ­τι προ­σφέ­ρεις στὸν Θε­ό; Για­τί δὲν μὲ τί­μη­σες ὅ­πως ἔ­πρε­πε; Γιὰ ποι­ὸ πράγ­μα μπο­ρεῖς νὰ μὲ κα­τη­γο­ρή­σης; Γιὰ ποι­ὸ λό­γο μοῦ πρό­σφε­ρες τὰ κα­τώ­τε­ρα;» Καὶ ἂν νο­μί­ζης ὅ­τι πρέ­πει νὰ χρή­σι­μο­ποι­ή­σης πιὸ ἁ­πλᾶ λό­για, μπο­ρεῖς νὰ τοῦ πεῖς:« Ἐ­κεῖ­νος μὴ μπο­ρών­τας νὰ πεῖ τί­πο­τε ἡ­σύ­χα­σε», ἤ καλ­λί­τε­ρα «ἐ­σι­ώ­πη­σε». Ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ αὐ­τά ὅ­ταν εἶ­δε τὸν ἀ­δελ­φό του τὸν μι­κρό­τε­ρό του λέ­γει: «Πᾶ­με ὡς τὴν πε­διά­δα». Καὶ ἀ­φοῦ τὸν ὁ­δή­γη­σε ἐ­κεῖ μὲ δό­λο, τὸν ἔ­πια­σε ὁ με­γά­λος καὶ τὸν σκό­τω­σε. Καὶ νό­μι­ζε ὅ­τι τὴν πρά­ξι του αὐ­τὴ δὲν τὴν γνω­ρί­ζει ὁ Θε­ός. Ἔρ­χε­ται τό­τε ὁ Θε­ὸς πρὸς αὐ­τὸν καὶ τὸν λέ­ει: Ποῦ εἶ­ναι ὁ ἀ­δελ­φός σου; Τοῦ ἁ­παν­τᾶ ἐ­κεῖ­νος. Δὲν ξέ­ρω. Μή­πως εἶ­μαι φύ­λα­κας τοῦ ἀ­δελ­φοῦ μου; Τοῦ λέ­γει ὁ Θε­ός. Νά, τὸ αἷ­μα τοῦ ἀ­δελ­φοῦ σου φω­νά­ζει δυ­να­τὰ ἀ­πὸ τὴ γῆ πρὸς ἐ­μέ­να».
Ἂς κά­θε­ται δί­πλα καὶ ἡ μη­τέ­ρα τὴν ὥ­ρα ποὺ δι­α­πλά­θε­ται ἔ­τσι ἡ ψυ­χὴ τοῦ παι­διοῦ μὲ αὐ­τά τὰ δι­η­γή­μα­τα, ὥ­στε καὶ αὐ­τὴ νὰ βο­η­θά­η καὶ νὰ ἐ­παι­νῆ αὐ­τά ποὺ λέ­γον­ται. «Τί ἔ­γι­νε λοι­πὸν με­τὰ ἀ­πὸ αὐ­τά; Ἐ­κεῖ­νον ὁ Θε­ὸς τὸν δέ­χθη­κε στὸν οὐ­ρα­νὸ καὶ ἀ­φοῦ πέ­θα­νε ἐ­δῶ, ζεῖ ἐ­κεῖ πά­νω».

Πραγ­μα­τι­κά, με­τὰ ἀ­πὸ τέ­τοι­ου εἴ­δους δι­η­γή­μα­τα, ἀ­πο­δέ­χε­ται τὸ παι­δὶ τὴν ἀ­νά­στα­σι. Δι­ό­τι ἂν στὰ πα­ρα­μύ­θια λέ­γον­τας τέ­τοι­ες τε­ρα­το­λο­γί­ες, ὅ­τι δη­λα­δή, τὴν ἔ­κα­νε λέ­γει «ἡ­μί­θε­ο», καὶ πι­στεύ­ει τὸ παι­δί, ἂν καὶ δὲ γνω­ρί­ζει τὸ νό­η­μα τῆς λέ­ξε­ως, πο­λὺ πε­ρισ­σό­τε­ρο ὅ­ταν ἀ­κού­η γιὰ ἀ­νά­στα­σι καὶ ὅ­τι ἀ­νέ­βη­κε ἡ ψυ­χή του στὸν οὐ­ρα­νό.

«Καὶ ἐ­κεῖ­νον τὸν πῆ­ρε ἀ­μέ­σως στὸν οὐ­ρα­νό, ἐ­νῶ αὐ­τὸς ποὺ τὸν σκό­τω­σε, ἔ­ζη­σε πολ­λὰ χρό­νια στὴ γῆ ὑ­πο­φέ­ρον­τας συ­νέ­χεια, ζών­τας μὲ σύν­τρο­φο τὸν φό­βο καὶ τὸν τρό­μο, ὑ­πέ­φε­ρε ἀ­μέ­τρη­τα κα­κὰ καὶ συ­χνὰ ἐ­τι­μω­ρεῖ­το». Καὶ νὰ πε­ρι­γρά­ψης τὴν τι­μω­ρί­α μὲ τρό­πο φο­βε­ρὸ καὶ ὄ­χι μὲ τρό­πο μα­λα­κό, λέ­γον­τας ἄ­κου­σε ἀ­πὸ τὸν Θε­ὸ νὰ τοῦ λέ­γη. «Στε­νά­ζον­τας καὶ τρέ­μον­τας θὰ ζῆς πά­νω στὴ γῆ». Βέ­βαι­α, τὸ παι­δὶ δὲ γνω­ρί­ζει τί ση­μαί­νει αὐ­τό. Γι’ αὐ­τὸ πές του: Ὅ­πως ἐ­σὺ ὅ­ταν δὲν ξέ­ρης τὸ μά­θη­μά σου στέ­κε­σαι μπρο­στὰ στὸν δά­σκα­λό σου τρέ­μον­τας καὶ ἀ­γω­νι­ών­τας, μή­πως μα­στι­γω­θῆς, ἔ­τσι ζοῦ­σε κι ἐ­κεῖ­νος δια­ρκῶς, ἐ­πει­δὴ εἶ­χαν δι­α­τα­ρα­χθῆ oi σχέ­σεις του μὲ τὸν Θε­ό».

Τοῦ εἶ­ναι ἀρ­κε­τὰ αὐ­τὰ μέ­χρι ἐ­δῶ. Καὶ αὐ­τὸ νὰ τοῦ τὸ δι­η­γη­θῆς ἕ­να βρά­δυ τὴν ὥ­ρα ποὺ θὰ τρῶ­τε. Καὶ πά­λι νὰ τοῦ τὰ δι­η­γη­θῆ ξα­νὰ τὰ ἴ­δια ἡ μη­τέ­ρα. Ἔ­πει­τα ἀ­φοῦ τὰ ἀ­κού­σει πολ­λὲς φο­ρές, ζή­τη­σε τὰ νὰ σοῦ τὰ δι­ή­γη­θη καὶ αὐ­τό. Πές του: «Νὰ μοῦ δι­η­γη­θῆς τώ­ρα ἐ­κεί­νη τὴν ἱ­στο­ρί­α», ὥ­στε νὰ δι­ε­γεί­ρε­ται καὶ τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον του. Καὶ ἀ­φοῦ μά­θη κα­λὰ τὴν ἱ­στο­ρί­α, τό­τε νὰ τοῦ πῆς καὶ τὴν ὠ­φέ­λεια ποὺ προ­κύ­πτει ἀ­πὸ αὐ­τήν. Βέ­βαι­α γνω­ρί­ζει ἡ ψυ­χὴ ἀ­πὸ μό­νη της, ὅ­ταν ἀ­κού­η μί­α δι­ή­γη­σι νὰ ξε­χω­ρί­ζη καὶ νὰ παίρ­νη ἀ­πὸ αὐ­τὴν τοὺς καρ­ποὺς πρὶν ἀ­πὸ τὴν δι­κή σου ἐ­πε­ξερ­γα­σί­α. Πλὴν ὅ­μως πές του καὶ σὺ με­τὰ ἀ­πὸ αὐ­τά: «Εἶ­δες πό­σο με­γά­λο κα­κὸ εἶ­ναι νὰ φθο­νῆς τὸν ἀ­δελ­φό σου; Βλέ­πεις πό­σο με­γά­λο κα­κὸ εἶ­ναι τὸ νὰ νο­μί­ζης ὅ­τι κρύ­βε­σαι ἀ­πὸ τὸ Θε­ό; Δι­ό­τι ἐ­κε­ΐ­νος τὰ βλέ­πει ὅ­λα καὶ αὐ­τὰ ἀ­κό­μη ποὺ γί­νον­ται στὰ κρυ­φά».

Ἂν μό­νο αὖ­το τὸ δί­δαγ­μα σπεί­ρεις στὴν ψυ­χὴ τοῦ παι­διοῦ, δὲ θὰ χεια­σθῆς παι­δα­γω­γό, δι­ό­τι ὁ φό­βος αὐ­τὸς πρὸς τὸν Θε­ὸ θὰ βρί­σκε­ται στὴν σκέ­ψι τοῦ παι­διοῦ πά­νω ἀ­πὸ κά­θε φό­βο συν­τα­ράσ­σον­τας τὴν ψυ­χή του.
Μπο­ρεῖ νὰ κερ­δί­ση καὶ ἄλ­λα ἀ­πὸ τὴν δι­ή­γη­σι ἀ­ΐ­ι­ι­τη. Ἄς μά­θη ἀ­πὸ σέ­να ὅ­τι δὲν πρέ­πει νὰ στε­νο­χω­ρι­έ­ται ὅ­ταν κα­κο­πα­θῆ, πράγ­μα ποὺ ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη στιγ­μὴ δεί­χνει ὁ θά­να­τος στὸ παι­δί, ἀ­φοῦ ὁ Θε­ὸς τὸν ἐ­νά­ρε­το μὲ τὸν θά­να­το τὸν πῆ­ρε πά­νω στὸν οὐ­ρα­νό. Ὅ­ταν αὐ­τὴ ἡ δι­ή­γη­σις τυ­πω­θῆ κα­λὰ στὸ μυα­λὸ τοῦ παι­διοῦ, τό­τε πρό­σθε­σε ἄλ­λη, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα ἐ­κεί­νη ποὺ μι­λά­ει γιὰ ἀλ­λὰ δύ­ο ἀ­δέλ­φια καὶ πές του. Καὶ δι­η­γή­σου ὅ­λη τὴν πε­ρί­πτω­σι τοῦ Ἰ­α­κὼβ καὶ τοῦ Ἠ­σαῦ.

Πρό­σε­χε πό­σα κα­λὰ προ­έρ­χον­ται ἀ­πὸ τὴν ἱ­στο­ρί­α αὐ­τή. Πρῶ­τα ἀ­πὸ ὅ­λα μα­θαί­νουν τὰ παι­διὰ νὰ σέ­βων­ται τοὺς γο­νεῖς, βλέ­πον­τας νὰ εἶ­ναι τό­σο πε­ρι­ζή­τη­τη ἡ εὐ­λο­γί­α τοῦ πα­τέ­ρα. Καὶ θὰ προ­τι­μή­σουν νὰ δε­χθοῦν ἀ­μέ­τρη­τα χτυ­πή­μα­τα, πα­ρὰ νὰ ἀ­κού­σουν κα­τά­ρα ἀ­πὸ τοὺς γο­νεῖς τους.
Ἀ­πὸ τὸν Ἰ­α­κὼβ θὰ μά­θη τὸ παι­δὶ νὰ ἐλ­πί­ζη στὸν Θε­ό, νὰ μὴν πε­ρι­φρο­νῆ κα­νέ­ναν, ἂν καὶ εἶ­ναι εὐ­γε­νής, νὰ μὴν ντρέ­πε­ται γιὰ τὴ φτώ­χειά του, να ὑ­πο­μέ­νη γε­ναῖ­α τὶς συμ­φο­ρὲς καὶ ὅ­λα τὰ ἄλ­λα.
Ὅ­σο εἶ­ναι τρυ­φε­ρὸ τὸ μυα­λό του μὴν τὸ φορ­τώ­νης μὲ πο­λὺ βά­ρος, γιὰ νὰ μὴν τὸ κα­τα­τρο­μά­ξης.
Ἂν δῆς κά­ποι­ον κον­τά του νὰ λέ­γη αἰ­σχρό­λο­γα, τι­μώ­ρη­σέ τον ἀ­μέ­σως. Καὶ νὰ ἐ­λέγ­χης μὲ αὐ­στη­ρό­τη­τα τὰ πα­ρα­πτώ­μα­τά του. Ἔ­τσι τί­πο­τε τὸ ἀ­πρε­πὲς δὲ θὰ ἐκ­στο­μί­σει τὸ παι­δί, ἂν δὲν ἀ­κού­ση τί­πο­τε τὸ ἀ­πρε­πές.

Ἡ ὄ­σφρη­σις

Ἢ πύλη τῆς ὀσφρήσεως προξενεῖ καὶ αὐτὴ βλάβη, ἂν δὲ φράσσεται ὅπως τὰ ἀρώματα καὶ τὰ θυμιάματα. Τίποτε δὲν παραλύει τόσο τὴν δύναμι τῆς ψυχῆς καὶ δὲν τὴν χα­λα­ρώ­νει τό­σο, ὅ­σο τὸ νὰ εὐ­χα­ρι­στι­έ­ται κά­ποι­ος μὲ τὰ ἀ­ρώ­μα­τα. Κα­νέ­νας νὰ μὴ δί­νη στὸ παι­δὶ μύ­ρο. Δι­ό­τι μό­λις ἡ εὐ­ω­δί­α φθά­ση στὸν ἐγ­κέ­φα­λο, πα­ρα­λύ­ει ὅ­λο τὸ σῶ­μα. Ἀ­πὸ ἐ­δῶ ἐ­ρε­θί­ζον­ται καὶ οἱ ἡ­δο­νὲς καὶ ὑ­πάρ­χει κίν­δυ­νος γιὰ πο­λὺ με­γά­λο κα­κό. Ἔρ­γο τῆς πύ­λης αὔ­της εἶ­ναι νὰ ἀ­να­πνέ­η τὸν ἀ­έ­ρα καὶ ὄ­χι νὰ δέ­χε­ται εὐ­ω­δί­ες,
’­Ἴ­σως νὰ θε­ω­ρη­θοῦν αὐ­τά ἀ­σή­μαν­τα. Αὐ­τὴ ὅ­μως εἶ­ναι ἡ ἐκ­παί­δευ­σις καὶ ἡ δι­ά­πλα­σις ὅ­λης της οἰ­κου­μέ­νης.

Οἱ ὀ­φθαλ­μοὶ

Μί­α πύ­λη ποὺ πο­λὺ δύ­σκο­λα φυ­λά­γε­ται εἶ­ναι ἡ πύ­λη τῶν ὀ­φθαλ­μῶν. Αὐ­τὴ ἔ­χει πολ­λὲς θυ­ρί­δες. Ὄ­χι μό­νο βλέ­πει, ἀλ­λὰ καὶ βλέ­πε­ται.
Ἐ­δῶ οἱ νό­μοι πρέ­πει νὰ εἶ­ναι αὐ­στη­ροί. Πρῶ­τος νό­μος. Πο­τὲ τὸ παι­δὶ νὰ μὴ στέλ­νε­ται στὸ θέ­α­τρο – τό­τε δὲν ὑ­πῆρ­χαν τὰ ση­με­ρι­νὰ μέ­σα ψυ­χα­γω­γί­ας – γιὰ νὰ μὴ δέ­χε­ται ὁ­λό­κλη­ρη τὴν κα­τα­στρο­φὴ καὶ μὲ τὰ αὐ­τιὰ καὶ μὲ τὰ μά­τια.

Γιὰ νὰ μὴ δε­χθῆ τὸ παι­δὶ τὴν κα­τα­στρο­φὴ βλε­πό­με­νο ἀ­πὸ ἄ­σε­μνα ἄ­το­μα, μπο­ρεῖ κά­ποι­ος πολ­λὰ νὰ σκε­φθῆ καὶ νὰ κά­νη. Νὰ ἐ­λατ­τώ­ση τὸν πο­λὺ καλ­λω­πι­σμὸ μὲ τρό­πο σε­μνό. Ἄν ὅ­μως τὸ παι­δὶ στε­νο­χω­ρι­έ­ται ποὺ στε­ρεῖ­ται τὸν ὡ­ραῖ­ο στο­λι­σμό, ἂς μά­θη ὅ­τι αὐ­τὸ πρὸ πάν­των εἶ­ναι τὸ με­γα­λύ­τε­ρο στο­λί­δι του, ἡ σε­μνό­τη­τα.
Δεῖ­ξε του καὶ ἄλ­λες ὀ­μορ­φι­ὲς καὶ θὰ ἀ­πο­μα­κρύ­νης ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­να τὰ ἄ­σε­μνα θε­ά­μα­τα τὰ μά­τια του. ὅ­πως τὸν οὔ­ρα­νο, τὸν ἥ­λιο, τὴ γῆ τὰ κάλ­λη τῶν βι­βλί­ων, μὲ αὐ­τά ἂς εὐ­χα­ρι­στοῦν­ται τὰ μά­τια του. Δύ­σκο­λο εἶ­ναι νὰ φυ­λα­χι­ῆ ἡ πύ­λη αὐ­τή, ἐ­πει­δὴ ἔ­χει μέ­σα της τὴν φω­τιὰ καὶ τὴν φυ­σι­κὴ ἀ­νάγ­κη.
Ἂς μά­θη τὶς θεῖ­ες ὑ­μνω­δί­ες. Ἄν δὲν δι­ε­γεί­ρε­ται ἐ­ξω­τε­ρι­κά, δὲν θέ­λει νὰ βλέ­πη οὔ­τε αὐ­τὰ ποὺ εἶ­ναι ἔ­ξω. Νὰ ἀ­πο­φεύ­γη τὰ μι­κτὰ λου­τρά. Δι­ό­τι εἶ­ναι κα­κὸ πράγ­μα ἡ συ­νή­θεια.
Ἂς ἀ­κού­η πολ­λὺ συ­χνὰ τὰ σχε­τι­κὰ μὲ τὸν Ἰ­ω­σήφ. Ἄς μά­θη τὰ σχε­τι­κὰ μὲ τὴν βα­σι­λεί­α τῶν οὐ­ρα­νῶν. Τὸ πό­ση ἀ­μοι­βὴ ἐ­πι­φυλ­λάσ­σε­ται στοὺς σώ­φρο­νες ἀ­θρώ­πους.

Ἂν δι­δά­σκε­ται νὰ μὴ λέ­γη αἰ­σχρά, θὰ ἔ­χη ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χὴ ρι­ζω­μέ­νη μέ­σα του τὴν εὐ­λά­βεια. Νὰ τοῦ μι­λᾶς γιὰ τὴν ὀ­μορ­φιὰ τῆς ψυ­χῆς. Στάλ­λα­ξε μέ­σα του τὴν σω­φρο­σύ­νη καὶ τὸν σε­βα­σμὸ ἀ­πέ­ναν­τι στὸ ἄλ­λο φύ­λο. Ὁ νέ­ος ἰ­δι­αι­τέ­ρως πρέ­πει νὰ προ­σέ­χη πά­ρα πο­λύ. Δι­ό­τι ἐ­κεῖ­νος ποὺ μι­λά­ει γί­νε­ται ἀν­τι­λη­πτός, ὄ­χι ὅ­μως κι ἐ­κεῖ­νος ποὺ βλέ­πει. Ἐ­κεῖ­νος δι­α­φεύ­γει τὴν προ­σο­χὴ ὅ­λων.
Χρή­μα­τα νὰ μὴ τοῦ δί­νη κά­ποι­ος εὔ­κο­λα. Τί­πο­τε τὸ αἰ­σχρὸ νὰ μὴν μπαί­νη στὴν ψυ­χή του. Νὰ μά­θη νὰ πε­ρι­φρο­νῆ τὴν τρυ­φη­λὴ ζω­ὴ καὶ ὅ­λα τὰ πα­ρό­μοι­α.

Ἡ ἁ­φὴ

Ὑ­πάρ­χει καὶ μί­α ἄλ­λη πύ­λη, ὄ­χι ὅ­πως οἱ προ­η­γού­με­νες, ἀλ­λὰ ποὺ ἁ­πλώ­νε­ται σὲ ὅ­λο τὸ σῶ­μα.
Ὀ­νο­μά­ζε­ται ἁ­φή. Φαί­νε­ται ὅ­τι εἶ­ναι κλει­στή, ἀλ­λὰ πάν­το­τε εἶ­ναι ἀ­νοι­κτή.
Αὐ­τὴ ἡ πύ­λη δὲν πρέ­πει νὰ ἔρ­χε­ται σὲ ἐ­πα­φὴ οὔ­τε μὲ ἁ­πα­λὰ ἐν­δύ­μα­τα, οὔ­τε μὲ σώ­μα­τα. Ἄς τὴν σκλη­ρα­γω­γή­σου­με. Ἀ­θλη­τὴ ἀ­να­τρέ­φου­με καὶ αὐ­τὸ ἂς ἀ­πα­σχο­λῆ τὴν σκέ­ψι μας. Ἄς μὴ χρη­σι­μο­ποι­ῆ, λοι­πόν, οὔ­τε ἁ­πα­λὰ στρώ­μα­τα, οὔ­τε ἁ­πα­λὰ ἐν­δύ­μα­τα. Ὅ­λες οἱ ἐν­το­λὲς αὐ­τὲς ἂς ἐ­φαρ­μό­ζων­ται ὅ­πως ἀ­να­φέρ­θη­κε.
Ἀ­φοῦ, λοι­πόν, ἀ­σφα­λί­σα­με τὶς πύ­λες τῆς πό­λε­ως, ἂς μποῦ­με τώ­ρα στὴν ἴ­δια τὴν πό­λι, δη­λα­δή, στὴν ἴ­δια τὴν ψυ­χὴ τοῦ παι­διοῦ. Νὰ δοῦ­με καὶ νὰ τα­κτο­ποι­ή­σου­με τοὺς πο­λί­τες τῆς πό­λε­ως.

Ὁ θυ­μὸς

Ἂς ἔρ­θου­με, λο­πόν, στὸν πιὸ τυ­ρα­νι­κὸ πο­λί­τη τῆς πό­λε­ως, τὸ θυ­μό. Τὸν θυ­μὸ δὲν πρέ­πει οὔ­τε νὰ τὸν ξερ­ρι­ζώ­σου­με ἐν­τε­λῶς, οὔ­τε νὰ τὸν ἀ­φή­σου­με νὰ τὸν χρη­σι­μο­ποι­ῆ παν­τοῦ. Ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη ἡ­λι­κί­α νὰ ἀ­σκοῦν­ται στὸ ἑ­ξῆς: ὅ­ταν ἀ­δι­κοῦν­ται τὰ ἴ­δια νὰ ὑ­πο­μέ­νουν τὴν ἀ­δι­κί­α. ὅ­ταν ὅ­μως ἰ­δουν ὅ­τι ἀ­δι­κε­ΐ­ται κά­ποι­ος ἄλ­λος, νὰ τὸν ὑ­πε­ρα­σπί­ζον­ται μὲ τὸν κα­τάλ­λη­λο τρό­πο.

Πῶς θὰ ἀ­σκη­θῆ στὸ θυ­μό; Ὅ­ταν ὀρ­γί­ζε­ται νὰ τοῦ ὑ­πεν­θυ­μί­ζης τὰ δι­κά του σφάλ­μα­τα. Ἄν τὸ δῆς νὰ χτυ­πά­η τὸν κα­τώ­τε­ρό του, τι­μώ­ρη­σε τὸ ἀ­μέ­σως. ἂν τὸν βρί­ζη καὶ γι’ αὐ­τὸ νὰ τὸ τι­μω­ρή­σης. Καὶ γε­νι­κὰ νὰ μὴν εἶ­ναι τὸ παι­δί, οὔ­τε πο­λὺ μα­λα­κό, οὔ­τε σκλη­ρό, ὥ­στε καὶ ἄν­δρας νὰ γί­νη καὶ κα­λω­σύ­νη νὰ ἔ­χη.
Παν­τοῦ εἶ­ναι χρή­σι­μος ὁ θυ­μός. Τό­τε μό­νον εἶ­ναι ἄ­χρη­στος, ὅ­ταν χρει­ά­ζε­ται νὰ ὑ­πε­ρα­σπί­σου­με τὸν ἑ­αυ­τό μας. Ὁ Μω­υ­σῆς τό­τε χρη­σι­μο­ποί­η­σε τὸ θυ­μό του, ὅ­ταν εἶ­δε νὰ ἀ­δι­κῆ­ται ὁ ἀ­δελ­φός του. Ἐ­νῶ ὁ ἴ­διος ἦ­ταν ὁ πιὸ πρά­ος ἀ­πὸ ὅ­λους. Ὅ­ταν ὅ­μως δέ­χθη­κε τὴν προ­σβο­λή, δὲν ἀ­μύν­θη­κε, ἀλ­λὰ ἔ­φυ­γε.
Αὐ­τὰ τὰ δι­η­γή­μα­τα νὰ τὰ ἀ­κού­η συ­νέ­χεια.

Ἕ­νας νό­μος γιὰ τὸ παι­δὶ ἂς εἶ­ναι ὁ ἑ­ξῆς: Πο­τὲ νὰ μὴν ὑ­πε­ρα­σπί­ζε­ται τὸν ἑ­αυ­τὸ του, ὅ­ταν προ­σβάλ­λε­ται ἤ κα­κο­πα­θῆ, καὶ πο­τὲ νὰ μὴ δεί­χνη ἀ­δι­α­φο­ρί­α, ὅ­ταν αὐ­τὸ τὸ πα­θαί­νη ἄλ­λος. Νὰ δι­δά­σκε­ται τὰ σχε­τι­κὰ μὲ τὴ φύ­σι τοῦ ἀν­θρώ­που. Τί εἶ­ναι δη­λα­δὴ δοῦ­λος καὶ τί ἐ­λεύ­θε­ρος. Νὰ τοῦ πῆς τὰ ἑ­ξῆς: Παι­δί μου, τὴν πα­λιὰ ἐ­πο­χή, καὶ στὶς μέ­ρες τῶν προ­γό­νων μας, δὲν ὑ­πῆρ­χαν δοῦ­λοι. Ἀλ­λὰ ἡ ἁ­μαρ­τί­α ἔ­φε­ρε τὴν δου­λεί­α. Ἐ­πει­δὴ κά­ποι­ος συμ­πε­ρι­φέρ­θη­κε ὑ­βρι­στι­κὰ πρὸς τὸ πα­τέ­ρα του, τι­μω­ρή­θη­κε μὲ τὴν τι­μω­ρί­α αὐ­τή, ὥ­στε νὰ γί­νη δοῦ­λος τῶν ἀ­δελ­φῶν του. Πρό­σε­χε λοι­πόν, νὰ μὴ γί­νης δοῦ­λος τῶν δού­λων.

Λέ­γε τοῦ ἐ­πί­σης: Ἄν δῆς ὅ­τι κά­ποι­ος ἔ­χα­σε τὸ μο­λύ­βι σου, νὰ μὴν ὀρ­γι­σθῆς, οὔ­τε νὰ τὸ βρί­σης, ἀλ­λὰ νὰ εἶ­σαι συγ­χω­ρη­τι­κὸ καὶ νὰ μὴ ζη­τᾶς νὰ σοῦ τὸ ἀν­τι­κα­τα­στή­ση. (Ἔ­τσι ἀ­πὸ τὶς μι­κρὲς θὰ μά­θη νὰ ὑ­πο­μέ­νη καὶ τὶς με­γά­λες ζη­μί­ες). Ἤ ἄν σοῦ ἔ­χα­σε κά­τι ἀ­πὸ τὰ πράγ­μα­τά σου, πά­λι τὸ ἴ­διο νὰ κά­νης, νὰ τὸν συγ­χω­ρέ­σης. Δι­ό­τι τὰ παι­διὰ εἶ­ναι πο­λὺ αὐ­στη­ρὰ ὅ­ταν χά­νων­ται τὰ πράγ­μα­τά τους. Καὶ θὰ προ­τι­μή­σουν νὰ χά­σουν τὴ ζω­ή τους, πα­ρὰ νὰ ἀ­φή­σουν ἀ­τι­μώ­ρη­το ἐ­κεῖ­νον ποὺ ἔ­κα­νε αὐ­τὸ τὸ κα­κό.

Ἐ­κεῖ πρέ­πει νὰ μα­λα­κώ­νη ἡ τρα­χύ­τη­τα τοῦ θυ­μοῦ. Πρέ­πει νὰ ξέ­ρης κα­λὰ ὅ­τι ἐ­κεῖ­νος ποὺ εἶ­ναι ἀρ­γὸς καὶ ἐ­πι­ει­κὴς γιὰ τὰ πράγ­μα­τα αὐ­τά, εὔ­κο­λα θὰ ὑ­πο­μέ­νη κά­θε ζη­μί­α. Ὅ­ταν λοι­πὸν πά­θη κά­ποι­α ζη­μί­α καὶ δὲν ὀρ­γι­σθῆ, ἔ­δω­σε ἕ­να δεῖγ­μα με­γί­στης φι­λο­σο­φί­ας. Καὶ μὴ τοῦ ἀ­γο­ρά­σης ἀ­μέ­σως ἄλ­λο μο­λύ­βι ἤ ὅ,τι ἔ­χα­σε, γιὰ νὰ μὴ σβή­ση τὸ πά­θος. Ὅ­ταν ὅ­μως δῆς ὅ­τι δὲν τὸ ζη­τεῖ πλέ­ον, οὔ­τε στε­νο­χω­ρι­έ­ται κα­θό­λου, τό­τε νὰ θε­ρα­πεύ­σης τὴν τρα­χύ­τη­τα.

Παί­δευ­έ το, ἂν ἔ­χη μι­κρό­τε­ρο ἀ­δελ­φό, νὰ δί­νη τὰ πρω­τεῖ­α σ’ ἐ­κε­ΐ­νο.
Τὸν θυ­μό, ἔ­τσι νὰ τὸν μα­λα­κώ­σης. Δι­ό­τι ὅ­ταν δὲν τὸ συγ­κι­νῆ τί­πο­τε, ὅ­ταν ὑ­πο­μέ­νη τὴν ζη­μί­α, ὅ­ταν δὲν ἀ­γα­να­κτῆ ἐ­πει­δὴ τι­μᾶ­ται ἄλ­λος, ἀ­πὸ ποῦ τό­τε θὰ ὀρ­γί­ζε­ται;
Αὐ­τὰ δὲν εἶ­ναι λό­για γιὰ ἀ­σή­μαν­τα πράγ­μα­τα. Ἀ­φο­ροῦν τὸν τρό­πο ζω­ῆς ὁ­λό­κλη­ρης τῆς οἰ­κου­μέ­νης.

Ἡ ἐ­πι­θυ­μί­α

Και­ρὸς πλέ­ον νὰ ἔλ­θου­με στὴν ἐ­πι­θυ­μί­α. Λέ­νε οἱ για­τροί, ὅ­τι τὸ πά­θος αὐ­τὸ ἐμ­φα­νί­ζε­ται με­τὰ τὴν ἤ­λι­κϊ­α τῶν 15 ἐ­τῶν. Πῶς θὰ ἐμ­πο­δί­σου­με τὸ θη­ρί­ο αὐ­τό; Τί θὰ κά­νου­με; Δὲν ξέ­ρω ἄλ­λον τρό­πο, πα­ρὰ μό­νο τὸ χα­λι­νά­ρι τῆς γέ­εν­νας.

Πρῶ­τα ἀ­π’ ὅ­λα νὰ πα­ρα­μέ­νη μα­κριὰ ἀ­πὸ τὰ αἰ­σχρὰ θε­ά­μα­τα καὶ ἀ­κού­σμα­τα. Πο­τὲ νὰ μὴν πη­γαί­νη στὸ θέ­α­τρο. Νὰ βρί­σκου­με καὶ συ­νο­μή­λι­κές του, σὰν πα­ρά­δειγ­μα, ποὺ δὲν πη­γαί­νουν στὰ αἰ­σχρὰ θε­ά­μα­τα καὶ ἀ­κού­σμα­τα. Δι­ό­τι τί­πο­τε δὲν κα­τορ­θώ­νει τό­σα, ὅ­σα ἡ ζη­λο­τυ­πί­α.

Τὸ ἀν­τι­στάθ­μι­σμα. Νὰ βροῦ­με ἄλ­λες τέρ­ψεις ἀ­βλα­βεῖς. Νὰ τὸ ὁ­δη­γοῦ­με κον­τὰ σὲ ἅ­γιους ἀν­θρώ­πους. Στὴν ἀ­πα­γό­ρευ­σι νὰ μὴν πη­γαί­νη στὸ θέ­α­τρο, ἤ ὅ­που ἀλ­λοῦ ὅ­που θὰ ζη­μι­ω­θεῖ\ ψυ­χι­κά, νὰ τὸ τι­μοῦ­με μὲ πολ­λὰ δῶ­ρα. Ἀν­τὶ γιὰ τὰ θε­ά­μα­τα, νὰ τοῦ προ­σφέ­ρου­με πε­ρι­πά­τους σὲ λι­βά­δια καὶ ἐ­πι­σκέ­ψεις σὲ λαμ­πρὰ οἰ­κο­δο­μή­μα­τα. Ὕ­στε­ρα νὰ κα­τη­γο­ροῦ­με τὰ θε­ά­μα­τα ἐ­κεῖ­να τοῦ θε­ά­τρου λέ­γον­τας: «Παι­δί μου, δὲν ἁρ­μό­ζει σὲ ἐ­λεύ­θε­ρο ἄν­θρω­πο νὰ βλέ­πη πά­νω στὴ σκη­νὴ γυ­ναῖ­κες νὰ γυ­μνώ­νων­ται, καὶ νὰ λέ­νε λό­για αἰ­σχρά. Δός μου τὴν ὑ­πό­σχε­σί σου, ὅ­τι ἐ­κεῖ δὲ θὰ ἀ­κού­σης ἄ­σχη­μο λό­γο καὶ ὅ­τι δὲν θὰ δῆς καὶ πή­γαι­νε. Αὐ­τὸ ὅ­μως εἶ­ναι ἀ­δύ­να­το».
Συγ­χρό­νως μα­ζὶ μὲ τὰ λό­για αὐ­τά ποὺ θὰ τοῦ λέ­με νὰ τὸ ἀγ­κα­λι­ά­ζου­με καὶ νὰ τὸ φι­λοῦ­με καὶ νὰ τὸ σφίγ­γου­με στὴν ἀγ­κα­λιὰ μᾶς δεί­χνον­τας ἔ­τσι τὴν ἀ­γά­πη μας. Μὲ ὅ­λα αὐ­τά νὰ τὸ μα­λα­κώ­νου­με.
Νὰ τὸ μι­λᾶ­με γιὰ τὴ βα­σι­λεί­α τῶν οὐ­ρα­νῶν καὶ γιὰ ἐ­κεί­νους ποὺ ἑλ­λαμ­ψαν γιὰ τὴ σω­φρο­σύ­νη τους, χρι­στια­νοὺς καὶ μή.

Νη­στεί­α καὶ Προ­σευ­χὴ

Ὑ­πάρ­χει καὶ ἄλ­λο φάρ­μα­κο. Νὰ μα­θαί­νη καὶ νὰ νη­στεύ­η, ἂν ὄ­χι πάν­το­τε του­λά­χι­στον τὴν Τε­τάρ­τη καὶ τὴν Πα­ρα­σκευ­ή. Νὰ πη­γαί­νη καὶ στὴν Ἐκ­κλη­σί­α καὶ νὰ ἐ­ξο­μο­λο­γῆ­ται συ­χνὰ ἀ­πὸ μι­κρὸ παι­δί. Ἀ­κό­μη νὰ τὸ μα­θαί­νου­με νὰ προ­σεύ­χε­ται μὲ με­γά­λη θέρ­μη καὶ κα­τά­νυ­ξι. Τὸ παι­δὶ ποὺ ἔ­χει ὀρ­θὴ ἀν­τί­λη­ψι καὶ εἶ­ναι ζω­η­ρό, εὔ­κο­λα θὰ τὰ κά­νη ὅ­λα αὐ­τά. Πολ­λὰ τέ­τοι­α πα­ρα­δείγ­μα­τα βλέ­που­με στοὺς πα­λιούς. ὁ Δα­νι­ὴλ δὲν ἦ­ταν 12 ἐ­τῶν; ὁ Σο­λο­μών­τας ὅ­ταν ἔ­κα­νε ἐ­κεί­νη τὴν θαυ­μα­στὴ προ­φη­τεί­α δὲν ἦ­ταν ἐ­πί­σης 12 ἐ­τῶν; Ἄς μα­θαί­νη λοι­πὸν νὰ προ­σεύ­χε­ται μὲ με­γά­λη κα­τά­νυ­ξι καὶ νὰ συμ­με­τέ­χη καὶ σὲ ἀ­γρυ­πνί­ες. Γε­νι­κὰ ἂς προ­σπα­θή­σου­με νὰ δώ­σου­με στὸ παι­δὶ ἦ­θος ἅ­γιου ἄν­δρα. Δι­ό­τι ἐ­κεῖ­νος ποὺ δὲ συ­νη­θί­ζει νὰ ὁρ­κί­ζε­ται, οὔ­τε νὰ βρί­ζη, οὔ­τε νὰ κα­κο­λο­γῆ καὶ νὰ μι­σῆ, καὶ ποὺ νη­στεύ­ει καὶ προ­σεύ­χε­ται, αὐ­τὸς ἔ­χει με­γά­λη ἐ­νί­σχυ­σι γιὰ τὴ σω­φρο­σύ­νη.

Ἡ φρό­νη­σις

Ἐ­δῶ χρει­ά­ζε­ται πο­λὺς κό­πος γιὰ νὰ τὸ κά­νης συ­νε­τὸ καὶ νὰ τοῦ ἀ­πο­μα­κρύ­νης κά­θε ἀ­νο­η­σί­α.
Πρέ­πει τὸ παι­δὶ νὰ μά­θη τὰ σχε­τι­κὰ μὲ τὸ Θε­ό, τὰ σχε­τι­κὰ μὲ τὰ ὅ­σα ἐ­πι­φυ­λάσ­σον­ται ἐ­κεῖ, τὰ σχε­τι­κὰ μὲ τὴν γέ­εν­να, καὶ τὴν οὐ­ρά­νια βα­σι­λεί­α. Δι­ό­τι λέ­γει: « ἀρ­χὴ σο­φί­ας, φό­βος Κυ­ρί­ου».
Ἂς τὸ μά­θου­με νὰ γνω­ρί­ζη τί εἶ­ναι πλοῦ­τος, τί εἶ­ναι δό­ξα καὶ ἐ­ξου­σί­α. Καὶ νὰ μά­θη νὰ πε­ρι­φρο­νῆ αὐ­τά καὶ νὰ φρον­τί­ζη γιὰ ἐ­κεῖ­να ποὺ μέ­νουν αἰ­ώ­νια καὶ εἶ­ναι τὰ σπου­δαι­ό­τε­ρα ἀ­γα­θά. Νὰ τοῦ ὑ­πεν­θυ­μί­ζου­με τὰ πα­ραι­νε­τι­κὰ λό­για: «Παι­δί μου, νὰ φο­βᾶ­σαι μό­νο τὸ Θε­ὸ καὶ τί­πο­τε ἄλ­λο».

Μὲ ὅ­λα αὐ­τά θὰ γί­νη σω­στὸς ἄν­δρας καὶ γε­μά­τος χά­ρες. Δι­ό­τι τί­πο­τε δὲν κά­νει τὸν ἄν­θρω­πο τό­σο ἀ­νό­η­το, ὅ­σο αὐ­τά τὰ πράγ­μα­τα. Γιὰ νὰ εἶ­ναι κά­ποι­ος σο­φὸς κα­τὰ Θε­ό, ἀρ­κεῖ ὁ φό­βος τοῦ Θε­οῦ καὶ νὰ ἔ­χη σω­στὴ ἀν­τί­λη­ψι γιὰ τὰ ἀν­θρώ­πι­να πράγ­μα­τα. Ἄς παι­δεύ­ε­ται νὰ μὴν δί­νη κα­θό­λου ση­μα­σί­α στὰ χρή­μα­τα, οὔ­τε στὴν ἀν­θρώ­πι­νη δό­ξα, οὔ­τε στὴν ἐ­ξου­σί­α, οὔ­τε στὸ θά­να­το, οὔ­τε στὴν πα­ροῦ­σα ζω­ή. Ἔ­τσι θὰ γί­νη φρό­νι­μο. Ἂν τὰ παι­διὰ μὲ τέ­τοι­α ἀν­τί­λη­ψι γιὰ τὰ πράγ­μα­τα τῆς ζω­ῆς ὁ­δη­γη­θοῦν στὸ γά­μο, σκε­φθεῖ­τε πό­σο με­γά­λο εἶ­ναι τὸ δῶ­ρο στὴν ἀν­θρώ­πι­νη κοι­νω­νί­α ποὺ κά­νει μί­α οἰ­κο­γέ­νεια.

Αὐ­τά ποὺ λέ­χθη­καν εἶ­ναι καὶ γιὰ τὰ ἀ­γό­ρια καὶ γιὰ τὰ κο­ρί­τσια.
Ἡ μη­τέ­ρα ὅ­μως νὰ φρον­τί­ζη νὰ ἀ­πο­μα­κρύ­νη τὴν κό­ρη της ἀ­πὸ τὴν πο­λυ­τέ­λεια καὶ τὰ στο­λί­δια. Δι­ό­τι τοὺς νέ­ους τους ἐ­νο­χλεῖ ἡ σαρ­κι­κὴ ἐ­πι­θυ­μί­α, ἐ­νῶ τὰ κο­ρί­τσια ἡ ἐ­λα­φρο­μυα­λιὰ καὶ ἡ φι­λο­κο­σμί­α. Νὰ φρον­τί­ζουν οἱ μη­τέ­ρες ὥ­στε οἱ θυ­γα­τέ­ρες νὰ εἶ­ναι νοι­κο­κυ­ρές, νὰ ἔ­χουν εὐ­λά­βεια καὶ σε­μνό­τη­τα, νὰ ἀ­πο­φεύ­γουν τοὺς καλ­λω­πι­σμούς. Ἔ­τσι νὰ τὶς πα­ρα­δώ­σουν στὸ γά­μο.

Ἔ­τσι πρέ­πει νὰ βγαί­νουν ἀ­πὸ τὸ πα­τρι­κὸ σπί­τι γιὰ τὸ γά­μο, ὅ­πως ὁ ἀ­θλη­τὴς ἀ­πὸ τὴν πα­λαί­στρα, κα­τέ­χον­τας τὴν ἐ­πι­στή­μη μὲ κά­θε λε­πτο­μέ­ρεια, ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς τὸ ζυ­μά­ρι ποὺ πρέ­πει νὰ με­τα­μόρ­φω­ση ὅ­λο τὸ ἀ­λεύ­ρι, στὸ δι­κό του κάλ­λος.
Ἔ­τσι θὰ μπο­ρέ­σου­με νὰ ἀ­ρέ­σου­με στὸ Θε­ό, ἀ­να­τρέ­φον­τας τέ­τοι­ους ἀ­θλη­τές, γιὰ νὰ μπο­ρέ­σου­με καὶ μεῖς καὶ τὰ παι­διά μας νὰ ἐ­πι­τύ­χου­με τὰ ἀ­γα­θὰ ποὺ ὑ­πο­σχέ­θη­κε ὁ Κύ­ριος σ’ ἐ­κεί­νους ποὺ τὸν ἀ­γα­ποῦν, μὲ τὴ χά­ρι καὶ φι­λαν­θρω­πί­α τοῦ Κυ­ρί­ου μᾶς Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ, στὸν ὁ­ποῖ­ο ἀ­νή­κει ἡ δό­ξα πάν­το­τε καὶ στοὺς ἀ­τέ­λει­ω­τες αἰ­ῶ­νες.
Ἀ­μὴν.

Του Ιερομονάχου Βενεδίκτου Αγιορείτου Νεοκησκιώτου



Κέντρο Προτιμήσεων Απορρήτου

Necessary

Advertising

Analytics

Other

Για να σας εξασφαλίσουμε μια κορυφαία εμπειρία, χρησιμοποιούμε cookies στον ιστότοπό μας. Κάντε κλικ στην επιλογή "Αποδοχή" για να συνεχίσετε ή "Ρυθμίσεις απορρήτου" για να δείτε λεπτομερείς περιγραφές των cookies ή να επιλέξετε ποια θα αποδεχθείτε.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε κάποιον ιστότοπο, μπορεί να αποθηκεύσει ή να ανακτήσει πληροφορίες στο πρόγραμμα περιήγησής σας, κυρίως με τη μορφή cookie. Ελέγξτε τις προσωπικές σας υπηρεσίες cookie εδώ.

Αυτά τα cookies είναι απαραίτητα για να λειτουργήσει ο ιστότοπος και δεν μπορεί να απενεργοποιηθεί στα συστήματά μας.


Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες